Οικονομία

Πιερρακάκης: «Το Υπερταμείο μετονομάζεται σε Εθνικό Αναπτυξιακό Ταμείο – Καταλύτης ανάπτυξης»

Όπως είπε χαρακτηριστικά, οι θεσμοί δεν είναι ποτέ ουδέτεροι. Κουβαλούν ιστορία, μνήμες και συμβολισμούς. Το Υπερταμείο γεννήθηκε σε μια εποχή κρίσης, όταν η συζήτηση γύρω από τη δημόσια περιουσία γινόταν με όρους φόβου, επιτήρησης και περιορισμού. Αυτή η Ελλάδα, πρόσθεσε, δεν είναι η Ελλάδα του σήμερα. Και είναι η στιγμή αυτό να αποτυπωθεί και θεσμικά. Να αφήσουμε οριστικά πίσω όχι μόνο μια δύσκολη περίοδο, αλλά και το λεξιλόγιο που τη συνόδευε.

Σύμφωνα με τον υπουργό, η μετονομασία του Υπερταμείου αποτελεί μια αλλαγή με ουσιαστικό περιεχόμενο και εξίσου ισχυρό συμβολισμό. Διότι αυτός είναι πλέον ο ρόλος του: να μετατρέπει τη δημόσια περιουσία σε παραγωγικό κεφάλαιο, να κινητοποιεί επενδύσεις, να λειτουργεί ως μοχλός μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Η ώρα είναι τώρα.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει. Οφείλει να επενδύσει, να επιταχύνει, να τολμήσει. Να αφαιρέσει τον φόβο από την εξίσωση του μέλλοντος. Να διαγράψει από το συλλογικό της λεξιλόγιο το «δεν», από το «δεν γίνεται», επεσήμανε επίσης.

Ο κ. Πιερρακάκης ανέφερε, παράλληλα, ότι η ελληνική οικονομία σήμερα, δεν είναι σαφώς η οικονομία της κρίσης. Αυτό δεν σημαίνει, πρόσθεσε, «και πρώτος εγώ θα πω», ότι λύθηκαν όλα τα προβλήματα. Σημαίνει, όμως, ότι η χώρα έχει πλέον αλλάξει κατηγορία. Έχει ανακτήσει αξιοπιστία, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και, το σημαντικότερο, έχει αποδείξει ότι μπορεί να συνδυάζει ανάπτυξη με δημοσιονομική υπευθυνότητα.

Αναπτυσσόμαστε, είπε, με έναν ρυθμό της τάξης του 2%. Είναι σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο ευρωπαϊκό. Η ανεργία έχει υποχωρήσει στο 8%. Είμαστε κοντά στο να πιάσουμε το ιστορικό χαμηλό στην ανεργία. Κάποτε, θυμάστε όλοι και όλες ότι είχαμε επίπεδα που ξεπερνούσαν το 27%. Οι επενδύσεις αυξήθηκαν το 2019, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης έγινε πρωθυπουργός. Οι επενδύσεις ήταν κάπου στο 11% του ΑΕΠ, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να είναι στο 21,2%. Ξεπέρασαν το 17% το 2025. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν, επίσης, θεαματικά ως ποσοστό του ΑΕΠ. Όταν η Ελλάδα μπήκε στην κρίση, είχε εξαγωγές 20% του ΑΕΠ και τώρα είμαστε στο 42% με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, βέβαια, να είναι κάπου στο 51%, σημείωσε ο κ. Πιερρακάκης και πρόσθεσε: Άρα, ως προς τις επενδύσεις και τις εξαγωγές, που αποτελούν τον πυρήνα της αλλαγής του οικονομικού μας μοντέλου, η χώρα έχει πολιτική, δημοσιονομική και οικονομική σταθερότητα.

Βρισκόμαστε σε μια διαδρομή πλήρους αλλαγής του οικονομικού και του παραγωγικού μας μοντέλου, πάρα πολύ ευεργετική, πάρα πολύ θετική, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί ακόμα. Και βέβαια, είπε στη συνέχεια, να επαναλάβω αυτό το οποίο τόσο ο πρωθυπουργός και εγώ αναφέρουμε και υπογραμμίζουμε πάρα πολύ συχνά, το δημόσιο χρέος: έχουμε το μεγαλύτερο μέγεθος μεταβολής σε σχέση με αυτό. Από το 154,2% του ΑΕΠ το 2024, η πρόβλεψη το τοποθετεί κάτω από το 120%, συγκεκριμένα 119% το 2029. Και θυμίζω ότι μετά το COVID-19 είχαμε ξεπεράσει το 200%. Έχουμε την ταχύτερη μείωση δημοσίου χρέους στον κόσμο.

Ο κ. Πιερρακάκης υπενθύμισε ότι πριν από λίγες ημέρες η Ελλάδα προχώρησε σε νέα πρόωρη αποπληρωμή δανείων του πρώτου «ακριβού» μνημονίου, ύψους 6,94 δισ. ευρώ. Εξασφαλίζοντας ετήσια εξοικονόμηση άνω των 200 εκατ. ευρώ σε τόκους. Δηλαδή, ενδεικτικά, για κάθε ένα δισ. ευρώ που αποπληρώνουμε πρόωρα, η ελληνική οικονομία εξοικονομεί περίπου 30 εκατ. ευρώ σε τόκους ετησίως. Το όφελος τέτοιων κινήσεων, σύμφωνα με τον υπουργό, είναι βαθιά αναπτυξιακό. Κάθε πρόωρη αποπληρωμή ενισχύει την ανθεκτικότητα της οικονομίας, μειώνει την αβεβαιότητα και τροφοδοτεί έναν κύκλο αξιοπιστίας. Έναν κύκλο που βελτιώνει το κόστος χρηματοδότησης συνολικά: για το κράτος, για τις επιχειρήσεις και, τελικά, για ολόκληρη την οικονομία. Κι εγώ θα πω ότι σίγουρα είναι βαθιά πολιτικό το μήνυμα του να επιλέγεις να μην περάσεις τον λογαριασμό στην επόμενη γενιά.

«Από τη λογική της διαχείρισης κρίσεων στη λογική της στρατηγικής»

Αναφερόμενος στο Υπερταμείο, δήλωσε ότι αυτή ακριβώς η αλλαγή μάς επιτρέπει να περάσουμε από τη λογική της διαχείρισης κρίσεων στη λογική της στρατηγικής. Και σε αυτή τη μετάβαση αποκτά κεντρικό ρόλο το Υπερταμείο. Για πολλά χρόνια, ο θεσμός συνδέθηκε με την εποχή των μνημονίων, με την αίσθηση επιτήρησης, με μια αμυντική προσέγγιση απέναντι στη δημόσια περιουσία. Σήμερα, όμως, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι το τι το Υπερταμείο συμβόλιζε κάποτε, αλλά ποιον ρόλο μπορεί να διαδραματίσει τώρα. Η απάντηση είναι ότι μπορεί πραγματικά να διαδραματίσει ρόλο καταλύτη.

Αναφερόμενος σε στοιχεία για το Υπερταμείο, είπε ότι σήμερα διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία ύψους περίπου 12,3 δισ. ευρώ, διαθέτει χαρτοφυλάκιο 23 θυγατρικών και συμμετοχών, παρουσία σε 11 στρατηγικούς τομείς της οικονομίας και περισσότερους από 25.000 εργαζόμενους στις εταιρείες του. Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν επενδύσεις σε κρίσιμες εθνικές υποδομές στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών, των logistics, των ακινήτων και των δικτύων. Και εδώ, πρόσθεσε, βρίσκεται η μεγάλη ποιοτική διαφορά με το παρελθόν, γιατί, για δεκαετίες στην Ελλάδα μιλούσαμε για ανταγωνιστικότητα σχεδόν θεωρητικά. Γνωρίζαμε τη συνταγή: περισσότερες επενδύσεις, καλύτερες υποδομές, βελτιώσεις στην παραγωγικότητα, ταχύτερη διοίκηση. Έλειπε, όμως, ο θεσμός που θα μπορούσε να συγχρονίσει όλα αυτά τα πεδία και να τα μετατρέψει σε πραγματικό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή.

Αυτός είναι ο στρατηγικός ρόλος του Growthfund. Είναι ο φορέας που μπορεί να κινητοποιεί κεφάλαια, να ωριμάζει έργα και να επιταχύνει επενδύσεις σε κομβικούς τομείς της οικονομίας. Η συγκεκριμένη ανάγκη συνδέεται με μια πρωτοβουλία που θεωρώ, όπως είπε, κομβικής σημασίας για την επόμενη δεκαετία: το Invest10. Το Invest10 δεν είναι ένα ακόμη επενδυτικό πρόγραμμα, ούτε μια άσκηση στρατηγικού σχεδιασμού στα χαρτιά. Είναι μια συνειδητή προσπάθεια να απαντήσουμε σε ένα κρίσιμο ερώτημα: Σε ποιους τομείς θέλουμε η Ελλάδα να κερδίσει την επόμενη δεκαετία; Γιατί μια χώρα δεν αναπτύσσεται απλώς επειδή προσελκύει περισσότερα κεφάλαια. Αναπτύσσεται όταν κατευθύνει τα κεφάλαια εκεί όπου δημιουργείται η μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, εκεί όπου χτίζονται ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα με διάρκεια.

Σε συνεργασία με τη McKinsey, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και το Growthfund χαρτογραφούν συστηματικά τους τομείς που μπορούν να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές ανάπτυξης για τη χώρα. Το Invest10 έρχεται να λειτουργήσει ως μηχανισμός στρατηγικής εστίασης, με τη λογική ότι μια ώριμη οικονομία οφείλει να γνωρίζει πού διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα και πού αξίζει να επιταχύνει.

Πρόκειται για τομείς της νέας οικονομίας, όπως οι ημιαγωγοί, τα data centers, η τεχνητή νοημοσύνη, οι ψηφιακές υποδομές και οι νεοφυείς επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας. Όμως ταυτόχρονα και για τομείς στους οποίους η Ελλάδα διαθέτει ήδη ισχυρή βάση, όπως οι υποδομές, η ενέργεια, τα logistics, η αγροδιατροφή, ο ιατρικός τουρισμός και η λεγόμενη «ασημένια οικονομία», economy of longevity, η οικονομία που αναπτύσσεται γύρω από τη μακροζωία, την υγεία και την ποιοτική γήρανση. Αυτή η διπλή στόχευση είναι απολύτως χρήσιμη και κρίσιμη, γιατί η ανάπτυξη δεν έρχεται μόνο από το νέο, ούτε μόνο από το παραδοσιακό. Έρχεται από την ικανότητα μιας χώρας να συνδέει το παραγωγικό της παρόν με τις τεχνολογίες του μέλλοντος.

Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρώ, δήλωσε, πως η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα πρέπει να απελευθερωθεί από παλιές, στερεοτυπικές προσεγγίσεις. Η ανταγωνιστικότητα κρίνεται στην πράξη, σε πολύ συγκεκριμένα μεγέθη: στο κόστος της ενέργειας για μια βιομηχανία, στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση, στον χρόνο που απαιτείται για να αδειοδοτηθεί μια επένδυση, στην ταχύτητα με την οποία προϊόντα μεταφέρονται από ένα δικό μας λιμάνι σε μια ευρωπαϊκή αγορά, στην παραγωγικότητα της εργασίας και, τελικά, στην ικανότητα του κράτους να λειτουργεί όχι απλά ως μη εμπόδιο, αλλά και ως επιταχυντής.

Το Υπερταμείο βρίσκεται στο σημείο τομής όλων αυτών των μεταβλητών. Επηρεάζει υποδομές, μεταφορές, ενέργεια, ακίνητη περιουσία, στρατηγικές συμμετοχές. Διαθέτει, με άλλα λόγια, την ιδανική οπτική γωνία για να βλέπει την οικονομία όχι αποσπασματικά, αλλά ως ένα ενιαίο και λειτουργικό σύνολο. Σε αυτό το σημείο, η ελληνική στρατηγική τέμνεται ξανά με την ευρωπαϊκή. Όσο περισσότερο η Ευρώπη εμβαθύνει τις κεφαλαιαγορές της, όσο περισσότερο ενοποιεί την ενεργειακή αγορά της και όσο περισσότερο επενδύει σε κοινές υποδομές, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η αξία εθνικών θεσμών όπως το Υπερταμείο.

Όπως ανέφερε ο κ. Πιερρακάκης, η αξία ενός ελληνικού λιμανιού πολλαπλασιάζεται όταν η Ευρώπη λειτουργεί ως πραγματικά ενιαία αγορά logistics, η αξία μιας ενεργειακής υποδομής αυξάνεται όταν υπάρχει βαθύτερη ενεργειακή ενοποίηση, η δυνατότητα χρηματοδότησης μεγάλων ελληνικών έργων διευρύνεται όταν οι ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές γίνονται πιο ώριμες και πιο αποτελεσματικές.

«Τελικός σκοπός είναι η βελτίωση της ζωής των πολιτών»

Όμως, όσο σημαντικές κι αν είναι αυτές οι διαστάσεις, υπάρχει ένα βαθύτερο ερώτημα που οφείλουμε να απαντάμε με ειλικρίνεια κάθε φορά που μιλάμε για ανάπτυξη. Γιατί θέλουμε περισσότερες επενδύσεις; Γιατί επιδιώκουμε μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα; Γιατί επιμένουμε στις υποδομές, στην παραγωγικότητα και στην εξωστρέφεια;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς «για να αυξηθεί το ΑΕΠ». Το ΑΕΠ είναι ένας κρίσιμος δείκτης, αλλά δεν είναι ο τελικός σκοπός της πολιτικής. Ο τελικός σκοπός είναι η βελτίωση της ζωής των πολιτών. Αν η ανάπτυξη δεν μεταφράζεται σε καλύτερους μισθούς, σε περισσότερες ευκαιρίες, σε μεγαλύτερη κοινωνική κινητικότητα, σε περισσότερη ασφάλεια για τη μεσαία τάξη και σε ισχυρότερο κοινωνικό κράτος, τότε χάνει μέρος της πολιτικής και κοινωνικής νομιμοποίησής της.

Η μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα, ανέφερε ο υπουργός, προϋποθέτει κοινωνική συνοχή και δίκαιη κατανομή των ευκαιριών. Οι κοινωνίες που αισθάνονται αποκλεισμένες από την πρόοδο δεν στηρίζουν τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για τη συνέχιση της ανάπτυξης. Γι’ αυτό το ζήτημα των επενδύσεων είναι, στην ουσία, ζήτημα στρατηγικού προσανατολισμού της χώρας. Αφορά στο παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας, την επιτάχυνση της πραγματικής σύγκλισης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και τη μετάβαση σε μια νέα εποχή, όπου η χώρα δεν θα μετρά απλώς την πρόοδό της σε σχέση με την κρίση, αλλά σε σχέση με τις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρώπης, και αυτό είναι απολύτως εφικτό.

«Η Ευρώπη οφείλει να επενδύσει στον εαυτό της»

Μιλώντας για τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο υπουργός είπε ότι η συζήτηση για την ανάπτυξη στην Ελλάδα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις μεγάλες στρατηγικές επιλογές που διαμορφώνονται σήμερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οπότε ξεκινώ από αυτό.

Αν έπρεπε να θέσω ένα μόνο ερώτημα για την Ευρώπη, αυτό θα ήταν: Ποιος θα χρηματοδοτήσει το μέλλον της; Ποιος θα καλύψει τις τεράστιες ανάγκες που γεννά η νέα εποχή στην άμυνα και την ασφάλεια, στην ενεργειακή αυτονομία, στις ψηφιακές υποδομές, στην τεχνητή νοημοσύνη, στους ημιαγωγούς, στα data centers, στα νέα δίκτυα που θα καθορίσουν ουσιαστικά ποιοι θα είναι οι νικητές της επόμενης δεκαετίας;

Η απάντηση, τόνισε, είναι σαφής. Η ίδια η Ευρώπη οφείλει να επενδύσει στον εαυτό της. Να αξιοποιήσει πολύ πιο αποτελεσματικά τα δικά της κεφάλαια, τη δική της αποταμίευση, το δικό της ανθρώπινο δυναμικό, τη δική της παραγωγική βάση. Και ταυτόχρονα, κάθε κράτος- μέλος που θέλει να πρωταγωνιστήσει σε αυτή τη νέα εποχή οφείλει να επενδύσει κι αυτό στον δικό του παραγωγικό μετασχηματισμό.

Σύμφωνα με τον υπουργό, κάθε μεγάλος κύκλος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υπήρξε ιστορικά η απάντηση σε μια μεγάλη πρόκληση. Η Ενιαία Αγορά της δεκαετίας του 1980 ήταν η απάντηση στον κατακερματισμό των ευρωπαϊκών οικονομιών. Το ευρώ υπήρξε το επόμενο μεγάλο βήμα, προσφέροντας σταθερότητα, εμπιστοσύνη και κοινό οικονομικό ορίζοντα. Σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά σε έναν τρίτο μεγάλο κύκλο. Έναν κύκλο που αφορά την επενδυτική και παραγωγική ενοποίηση της Ευρώπης.

Όπως επεσήμανε χαρακτηριστικά, αυτό συμβαίνει επειδή ο κόσμος γύρω μας έχει αλλάξει δραστικά. Οι γεωπολιτικές βεβαιότητες των τελευταίων δεκαετιών έχουν κλονιστεί. Εντάσεις που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε αδιανόητες αποτελούν πλέον μέρος της νέας πραγματικότητας. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η αβεβαιότητα γύρω από κρίσιμους ενεργειακούς διαδρόμους, μας υπενθυμίζουν πόσο εύθραυστη παραμένει η παγκόσμια ισορροπία. Η ενέργεια μπορεί ξανά να μετατραπεί μέσα σε λίγες ημέρες από αγαθό, σε εργαλείο ισχύος. Η τεχνολογία δεν είναι πια μόνο πεδίο καινοτομίας ή επιχειρηματικού ανταγωνισμού, βασικά είναι πεδίο στρατηγικής κυριαρχίας.

Όταν, λοιπόν, πρόσθεσε, η οικονομία επανασυνδέεται τόσο στενά με τη γεωπολιτική, η Ευρώπη καλείται να αποδείξει ότι εξακολουθεί να διαθέτει τη στρατηγική αυτοπεποίθηση για να κάνει το επόμενο άλμα. Και το παράδοξο είναι ότι διαθέτει σχεδόν όλα τα δομικά πλεονεκτήματα για να το πετύχει. Διαθέτει τεράστιες αποταμιεύσεις, που υπερβαίνουν τα 10 τρισ. ευρώ. Διαθέτει ισχυρή βιομηχανική βάση, σίγουρα σύγχρονα κορυφαία πανεπιστήμια, υψηλού επιπέδου ανθρώπινο κεφάλαιο και ώριμους θεσμούς.

Το πρόβλημα της Ευρώπης, άρα, σύμφωνα με τον κ. Πιερρακάκη, δεν είναι η έλλειψη πόρων. Είναι ότι, πολύ συχνά, το σύνολο αποδίδει πολύ λιγότερο από ό,τι θα δικαιολογούσε το άθροισμα των μερών του. Ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις χρηματοδοτούν την ανάπτυξη εκτός Ευρώπης. Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αναζητούν κεφάλαια σε τρίτες χώρες για να αναπτυχθούν. Οι αγορές ενέργειας παραμένουν κατακερματισμένες. Και αυτό δημιουργεί ένα κόστος που τελικά μεταφράζεται σε χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα.

Η απάντηση, κατέληξε, βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε μια πιο βαθιά οικονομική ολοκλήρωση. Σε μια Ευρώπη περισσότερο διασυνδεδεμένη, συντονισμένη, ικανή να κινητοποιεί κεφάλαια για στρατηγικές επενδύσεις. Και από αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο ξεκινά και κάθε σοβαρή ελληνική συζήτηση για την ανάπτυξη.

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button