Λίμνες – φαντάσματα στην Ελλάδα: Πώς το κλίμα καθορίζει τη γέννηση ή την εξαφάνισή τους

Η λίμνη Κορώνεια αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους υγροτόπους της Βόρειας Ελλάδας, όταν η ευκρασία του μεσογειακού κλίματος της είχε φερθεί γενναιόδωρα.
Σήμερα είναι σκιά του εαυτού της.
Οι δορυφορικές εικόνες του meteo.gr αποτυπώνουν μέσα σε λίγα χρόνια μια δραματική μεταβολή: από τα 34,4 τετραγωνικά χιλιόμετρα το 2016, η υδάτινη έκταση περιορίστηκε στα 29,8 το 2024, στα 17,9 το 2025 και μόλις στα 2,7 τετραγωνικά χιλιόμετρα το 2026.
Σε σύγκριση με την έκταση των 42,8 τετραγωνικών χιλιομέτρων του 1984, η απώλεια αγγίζει πλέον το 94%.
Η Κορώνεια, όμως, δεν είναι απλώς μια ιστορία εξαφάνισης.
Είναι μέρος ενός ευρύτερου φαινομένου: λίμνες της Ελλάδας μεταβάλλουν δραματικά την έκτασή τους ανάλογα με το υδρολογικό ισοζύγιο, άλλοτε υποχωρώντας μέχρι την αποξήρανση και άλλοτε ανακτώντας μεγάλο μέρος του νερού τους μετά από έναν υγρό χειμώνα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η λίμνη Αμβρακία στην Αιτωλοακαρνανία. Μετά τις παρατεταμένες περιόδους ανομβρίας των προηγούμενων ετών, η υποχώρηση των νερών άφησε πίσω της τεράστιες άνυδρες εκτάσεις.
Τον φετινό χειμώνα όμως, οι βροχές άλλαξαν ξανά την εικόνα του οικοσυστήματος και τον Μάρτιο του 2026 η λίμνη είχε εν πολλοίς ανανήψει.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η περίπτωση της μικρής λίμνης Βηρού στη Βουλιάστα Ιωαννίνων. Το καλοκαίρι του 2025 η στάθμη της είχε υποχωρήσει κατά περίπου 12 μέτρα και η λίμνη έμοιαζε να οδεύει προς αμετάκλητο αφανισμό.
Ο Μόρνος είναι ίσως το σημαντικότερο παράδειγμα, επειδή πρόκειται για τεχνητή λίμνη που αποτελεί βασική πηγή υδροδότησης της Αττικής.

Το 2025 η περιοχή δέχθηκε εξαιρετικά λίγες βροχές: στον σταθμό του φράγματος καταγράφηκαν 670 χιλιοστά, η τρίτη χαμηλότερη ετήσια τιμή από το 2012, ενώ στον Κονιάκο Φωκίδας καταγράφηκαν μόλις 620 χιλιοστά, η χαμηλότερη της ίδιας περιόδου.
Στις αρχές του 2026 η επιφάνεια της λίμνης είχε περιοριστεί στα 9,1 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Οι βροχές του χειμώνα έφεραν στη συνέχεια μερική ανάκαμψη.
Τον Φεβρουάριο η επιφάνεια είχε φτάσει στα 13 τετραγωνικά χιλιόμετρα, παραμένοντας όμως περίπου 26% κάτω από τη μέση τιμή Φεβρουαρίου της περιόδου 2006-2024.
Παρόμοια εικόνα έχει καταγραφεί στις λίμνες Βόλβη, Δοϊράνη και Πικρολίμνη.

Μελέτες παρακολούθησης υδάτων δείχνουν ότι οι στάθμες των λιμνών επηρεάζονται από τη μείωση των βροχοπτώσεων, την αύξηση της θερμοκρασίας αλλά και τις ανθρώπινες απολήψεις νερού.
Στην Πικρολίμνη, μάλιστα, η υποχώρηση έχει οδηγήσει επανειλημμένα ακόμη και σε πλήρη αποξήρανση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Οι συνέπειες αυτού του φαινομένου δεν εξαντλούνται στην απώλεια ενός τοπίου.
Όταν μια λίμνη συρρικνώνεται, συρρικνώνεται μαζί της και ο διαθέσιμος βιότοπος
Τα ρηχά νερά, οι καλαμιώνες, οι λασπώδεις εκτάσεις και η υδρόβια βλάστηση αποτελούν κρίσιμους χώρους τροφοληψίας και αναπαραγωγής για ψάρια, αμφίβια και υδρόβια πουλιά.

Η φωτογραφία αυτή της Λίμνης Δοϊράνης καταδεικνύει πως ανέκαθεν το κλίμα στην Ελλάδα είχε σκαμπαναβάσματα
Η Κορώνεια, για παράδειγμα, αποτελεί προστατευόμενο υγροτοπικό σύστημα διεθνούς σημασίας, ενώ έχουν καταγραφεί στο παρελθόν μαζικοί θάνατοι ψαριών και πουλιών και δύο πλήρεις αποξηράνσεις, το 2002 και το 2008.
Και η επιστροφή του νερού δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι το οικοσύστημα επιστρέφει αμέσως εκεί που ήταν.
Η απότομη αποξήρανση μπορεί να αυξήσει τη θερμοκρασία και τη συγκέντρωση αλάτων και άλλων ουσιών στο εναπομείναν νερό, ενώ η επαναπλήρωση μεταβάλλει ξανά απότομα τις φυσικοχημικές συνθήκες.
Σε μεσογειακά υδάτινα συστήματα έχουν καταγραφεί μαζικές απώλειες ψαριών κατά την περίοδο ξήρανσης, με την ανάκαμψη των πληθυσμών να μην είναι πάντα άμεση μετά την επιστροφή του νερού.
Κάθε υδάτινος όγκος που χάνεται συνιστά απώλεια ενός μεγάλου κοματιού του οικοσυστήματος της βιόσφαιρας στην οποία και κυρίως από την οποία ζούμε.
