Περιβάλλον

Το τολμηρό πείραμα που επιχειρεί να παγώσει ξανά την Αρκτική

Μπορεί η ανθρωπότητα να «σώσει» τους πάγους της Αρκτικής πριν να είναι πολύ αργά; Ένα πρωτοποριακό πείραμα γεωμηχανικής επιχειρεί να δώσει απάντηση σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα, αυξάνοντας τεχνητά το πάχος του θαλάσσιου πάγου σε μια περιοχή που πλήττεται έντονα από την κλιματική αλλαγή. Με τη βοήθεια αντλιών που μεταφέρουν θαλασσινό νερό στην παγωμένη επιφάνεια και μελλοντικά αυτόνομων υποβρύχιων drones, οι ερευνητές φιλοδοξούν να επιβραδύνουν την τήξη των πάγων και να ανακόψουν έναν από τους πιο επικίνδυνους μηχανισμούς υπερθέρμανσης του πλανήτη. Ωστόσο, η φιλόδοξη αυτή προσπάθεια προκαλεί έντονο επιστημονικό διάλογο, καθώς άλλοι ειδικοί τη θεωρούν ελπιδοφόρα και άλλοι προειδοποιούν για πιθανούς περιβαλλοντικούς κινδύνους και ανεπιθύμητες συνέπειες.

«Πριν από ένα χρόνο, αυτό θα ήταν ένα όνειρο», λέει ο Αντρέα Τσεκολίνι, πάνω στον πάγο της Αρκτικής, μόλις 6,4 χιλιόμετρα απόσταση με σνόουμομπιλ από την πόλη των Ινουίτ, Κέιμπριτζ Μπέι, στο βόρειο Καναδά. Στα αριστερά του βρίσκονται γαλάζιες λιμνούλες από νερό που προέρχεται από το λιώσιμο του πάγου, οι οποίες δημιουργήθηκαν τις τελευταίες ημέρες από τον ήλιο που δεν δύει πλέον στο καλοκαίρι του βορρά. Στα δεξιά του, ο πάγος της θάλασσας παραμένει λευκός, με το ελαφρύ στρώμα χιονιού στην επιφάνειά του να συνεχίζει να αστράφτει.

«Είναι διαφορετικό το όριο – εννοώ, μπορείς να το δείξεις με το δάχτυλο», λέει. Η διαφορά είναι αποτέλεσμα του τολμηρού πειράματος γεωμηχανικής (μηχανική κλίματος) που διεξάγει η εταιρεία του Τσεκολίνι, η Real Ice, με χρηματοδότηση από την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.

Πέντε μήνες νωρίτερα, η ομάδα είχε αντιμετωπίσει θερμοκρασίες -40 βαθμών Κελσίου πάνω στον θαλάσσιο πάγο για να ανοίξει τρύπες και να αντλήσει 50.000 τόνους θαλασσινού νερού στην επιφάνειά του. Το νερό πάγωσε σχεδόν αμέσως, αυξάνοντας το πάχος του πάγου βάθους 1,5 μέτρου κατά περίπου 50 εκατοστά, σύμφωνα με τις νέες μετρήσεις. Αυτό έχει προστατεύσει τον πάγο, τουλάχιστον στην αρχή της περιόδου τήξης, και αποτελεί ένα πρώιμο σημάδι ότι, ίσως, κάποια μέρα θα είναι δυνατό να παγώσει ξανά ένα σημαντικό τμήμα της Αρκτικής, σύμφωνα με τον Guardian.


Το λιώσιμο των πάγων

Οι θερμοκρασίες στον κόλπο του Κέιμπριτζ είναι πάνω από 5 βαθμούς Κελσίου, πολύ υψηλότερες από τις συνήθεις τιμές -6°C έως 1°C που αναμένονται αυτή την εποχή του χρόνου. «Είναι πραγματικά εκτός κανονικού», λέει ο Τσεκολίνι. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στον κόλπο του Κέιμπριτζ αφού σε ολόκληρη την Αρκτική, ο θαλάσσιος πάγος εξαφανίζεται ραγδαία λόγω της κλιματικής αλλαγής. Ο καλοκαιρινός πάγος έχει συρρικνωθεί κατά περίπου 40% τα τελευταία 45 χρόνια. Αυτό έχει πυροδοτήσει έναν από τους πιο επικίνδυνους φαύλους κύκλους του κλιματικού συστήματος.
Ο πάγος αντανακλά το 70% της θερμότητας του ήλιου πίσω στο διάστημα, ενώ ο ανοιχτός ωκεανός αντανακλά μόλις το 7%. Όσο περισσότερο η τήξη αποκαλύπτει τη θάλασσα, τόσο πιο ζεστή γίνεται και τόσο περισσότερη τήξη παρατηρείται. Ο καλοκαιρινός θαλάσσιος πάγος ενδέχεται να εξαφανιστεί ήδη από τη δεκαετία του 2030 και οι επιστήμονες ανησυχούν ότι η αύξηση της θερμότητας θα μπορούσε να οδηγήσει το κλίμα πέρα από καταστροφικά και μη αναστρέψιμα σημεία καμπής.

Η ομάδα του Τσεκολίνι, μετράει τη θερμοκρασία ανά δύο εκατοστά βάθους μέσα στον πάγο, πραγματοποιεί γεωτρήσεις για την ανάλυση της αλατότητας, τη δομή του πάγου καθώς, αναλύσεις και κυρίως το πόσο ανακλαστική είναι η περιοχή που κατάφεραν να καλύψουν ξανά με πάγο. Καθημερινά, ένα drone πραγματοποιεί συγκεκριμένη διαδρομή καταγράφοντας την περιοχή.

Παρά τον καθαρό ουρανό και την ηλιοφάνεια, στον πάγο κάνει ακόμα κρύο λόγω του ανέμου. Όμως, το χειμώνα το κρύο ήταν σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο. «Η πιο κρύα μέρα ήταν στους -63 °C με την αίσθηση θερμοκρασίας λόγω ανέμου», λέει ο Σίμον Γουντς, συνιδρυτής της Real Ice μαζί με τον Σιάν Σέργουιν. Οι ακραίες θερμοκρασίες κράτησαν τότε την ομάδα μακριά από τον πάγο, αλλά εργάστηκαν σε θερμοκρασίες -40 βαθμών Κελσίου, προσέχοντας ο ένας τον άλλον για τυχόν σημάδια κρυοπαγήματος.

Ο Τσεκολίνι λέει: «Σε συνθήκες ολικής ομίχλης, χωρίς τους οδηγούς Ινουίτ δεν θα ξέραμε πώς να γυρίσουμε σπίτι – δεν μπορείς να δεις τίποτα 10 μέτρα μπροστά σου». Η άγρια φύση αποτελεί έναν ακόμη κίνδυνο, από την πιθανότητα εμφάνισης πολικών αρκούδων έως τις αρκτικές αλεπούδες που μπορεί να δαγκώσουν τα καλώδια του εξοπλισμού.


Πάγος ξανά στην περιοχή

Τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, οι αντλίες λειτούργησαν συνολικά για 1.080 ώρες, καλύπτοντας με πάγο μια τετραγωνική έκταση περίπου 450 μέτρων. Άξιο αναφοράς είναι πως οι αντλίες καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια από μια τοστιέρα, καθώς αντλούν το νερό μόνο από το βάθος, ακριβώς κάτω από τον πάγο, μέχρι την επιφάνειά του.

Σύμφωνα με τον Guardian, τα αποτελέσματα της προσπάθειας είναι πλέον ορατά από το διάστημα. Οι εικόνες δείχνουν στην περιοχή των δοκιμών να αναδύεται ένα λευκό νησί στη θάλασσα, λίγες ημέρες μετά την έναρξη της περιόδου τήξης.

Η διαδικασία πάχυνσης του πάγου ενισχύεται, καθώς το αντλούμενο θαλασσινό νερό μετατρέπει το στρώμα χιονιού στην επιφάνεια σε χιονόνερο και στη συνέχεια σε πάγο. Αυτό σημαίνει ότι το ακραίο κρύο του αέρα διαπερνά καλύτερα τον πάγο, διεγείροντας την επιπλέον ανάπτυξή του στον πυθμένα.


Η ομάδα πραγματοποιεί πλέον την άντληση αργότερα μέσα στο χειμώνα, οπότε ένα νέο στρώμα χιονιού έχει λιγότερο χρόνο να συσσωρευτεί, ενώ έχουν επίσης διαπιστώσει ότι η διεξαγωγή δύο ξεχωριστών κύκλων άντλησης βελτιώνει τα αποτελέσματα.

Πέρυσι, η Real Ice πρόσθεσε περίπου 30 εκατοστά, ενώ το επιπλέον πάχος φέτος είναι 50 εκατοστά, αναφέρει ο Τσεκολίνι. Αυτό μπορεί να μην ακούγεται πολύ, αλλά ένα φορτηγάκι μπορεί να περάσει πάνω από πάγο πάχους 30 εκατοστών, και αυτό μπορεί να προσθέσει 7-10 ημέρες στη διάρκεια ζωής του πάγου, λέει.

Υπήρξε επίσης ένα επιπλέον πλεονέκτημα: ο πάγος που δημιουργεί η ομάδα είναι πιο φωτεινός και πιο ανακλαστικός από τον φυσικό πάγο που τον περιβάλλει. «Αυτό ήταν εντελώς απροσδόκητο», λέει ο Τσεκολίνι. Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι ο τεχνητός πάγος που παγώνει γρήγορα παγιδεύει περισσότερες φυσαλίδες αέρα, γεγονός που τον καθιστά πιο αδιαφανή από τον φυσικό πάγο που παγώνει σταδιακά.


Επιστήμονες μελετούν τον πάγο

Ειδικοί στον θαλάσσιο πάγο από το Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον εργάζονται ανεξάρτητα στην περιοχή για να βρουν την απάντηση. Ο καθηγητής Ρότζερ Μάρτσαντ και η Μελίντα Γουέμπστερ περνούν ώρες κάθε μέρα πάνω στον πάγο για να μετρήσουν με ακρίβεια πόσο ανακλαστικός και πόσο αλμυρός είναι. Το τελευταίο είναι σημαντικό, καθώς ο αλμυρός πάγος λιώνει σε χαμηλότερη θερμοκρασία.

Η Γουέμπστερ εργάζεται στην Αρκτική κάθε χρόνο από το 2009 και αναφέρει ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη έχει αλλάξει ριζικά το τοπίο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. «Φαίνεται τόσο διαφορετικό επειδή ο πάγος λεπταίνει τις τελευταίες δεκαετίες», δήλωσε.


«Όλοι χρησιμοποιούν πάγο»

«Ο πάγος είναι πολύ σημαντικός για εμάς», λέει ο Κάιλ Γουίζ, ένας από τους οδηγούς Ινουίτ που συνεργάζονται με την Real Ice. Περίπου το 83% του πληθυσμού του Κέιμπριτζ Μπέι είναι Ινουίτ. «Όλοι χρησιμοποιούν τον πάγο για μετακινήσεις, συλλογή τροφής, ψάρεμα. Τον χρησιμοποιείς για να περάσεις στην ηπειρωτική χώρα και να κάνεις καλό κυνήγι καριμπού ή άλκης. Υπάρχουν πολλά εκεί», συμπλήρωσε.

«Ο πάγος έχει λεπτύνει. Το πάγωμα διαρκεί περισσότερο από το συνηθισμένο και η απόψυξη γίνεται πιο γρήγορα τώρα. Σίγουρα αλλάζει», ανέφερε. Ταυτόχρονα, η αύξηση της θερμοκρασίας φέρνει νέους κινδύνους για την περιοχή από τον νότο: «Έρχονται και οι γκρίζλι αρκούδες», λέει ο Κάιλ σημειώνοντας πως έχει πάντα το τουφέκι του σε ετοιμότητα.

Ο Γουίζ λέει πως είναι ευτυχής που συνεργάζεται με την Real Ice: «Στην αρχή, η ιδέα ακούγεται τρελή, αλλά δεν προσπαθεί να βλάψει το περιβάλλον, στην πραγματικότητα προσπαθεί να το βοηθήσει. Είναι καλό να γνωρίζουμε πώς αλλάζει, ώστε να προσπαθήσουμε να προσαρμοστούμε και να το προστατεύσουμε».


«Μαθαίνουμε από τους Ινουίτ»

Η Real Ice, η οποία έχει λάβει επιχορήγηση ύψους 3,5 εκατ. λιρών από την Υπηρεσία Προηγμένης Έρευνας και Εφευρέσεων (Aria) του Ηνωμένου Βασιλείου, στο πλαίσιο του προγράμματος της υπηρεσίας για την αύξηση του πάχους του θαλάσσιου πάγου στην Αρκτική, διαβουλεύθηκε με την τοπική κοινότητα και έλαβε έγκριση για την έρευνα από τις τοπικές αρχές και, κυρίως, από τον Οργανισμό Κυνηγών και Παγιδευτών Ekaluktutiak.

«Το πιο σημαντικό είναι ότι μαθαίνουμε από τους Ινουίτ», λέει ο Σέργουιν, αναφερόμενος μεταξύ άλλων στον προσδιορισμό της ακριβούς θέσης του χώρου δοκιμών -μακριά από τις περιοχές κυνηγιού- στον τρόπο μετακίνησης πάνω στον πάγο και στο πού είναι καλύτερο να ανοίξουμε τις τρύπες. «Η τοπική συμμετοχή τους είναι η καλύτερη που έχω δει – από την αρχή δόθηκε προτεραιότητα στην κοινότητα», είπε τοπικός αξιωματούχος στον Guardian.


Απαντήσεις από τα υποβρύχια drones

Το μεγάλο ερώτημα είναι: αν περαιτέρω έρευνα αποδείξει ότι αυτό το πείραμα είναι αποτελεσματικό και ασφαλές για την αποκατάσταση του θαλάσσιου πάγου, θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε μεγάλη κλίμακα; Η χρήση ομάδων ανθρώπων πάνω στον πάγο για τον σκοπό αυτό θα ήταν δαπανηρή, αλλά δοκιμάζεται μια εναλλακτική λύση: τα αυτόνομα υποβρύχια drones.

Ένα drone έκανε δοκιμές τον Φεβρουάριο του 2026 έτους στον βοθνιακό κόλπο στη Φινλανδία, ανοίγοντας τρύπες στον θαλάσσιο πάγο με τη χρήση ενός θερμαινόμενου αισθητήρα. Τώρα βελτιώνεται σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Βιορομποτικής της Πίζας, στην Ιταλία. Το να γίνονται όλα από κάτω από τον πάγο, αν και ίσως φαίνεται παράδοξο, είναι πολύ πιο εύκολο από το να προσπαθεί κανείς να περιπλανηθεί σε πεδία πάγου υπό συνθήκες ακραίου ψύχους, λέει ο Τσεκολίνι.

Κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, η θερμοκρασία παραμένει σταθερή στους -1,6 βαθμούς Κελσίου. «Όλα λειτουργούν χωρίς προβλήματα: τα ηλεκτρονικά συστήματα, οι μπαταρίες, οι αντλίες – απλώς βγάζεις τη μύτη σου έξω από τον πάγο, αντλείς νερό και ξαναμπαίνεις μέσα», αναφέρει ο Τσεκολίνι. Το όραμά του είναι ένα σμήνος υποβρύχιων drones που κινούνται με υδρογόνο και στοχεύουν σε περιοχές-κλειδιά που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της απώλειας πάγου.

Η έκταση του καλοκαιρινού θαλάσσιου πάγου που έχει εξαφανιστεί από το 1979 είναι περίπου τρία εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα – περίπου το μέγεθος της Ινδίας. Κατά μέσο όρο, κάθε χρόνο χάνεται επιπλέον έκταση 80.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, έκταση ίση με αυτή της Σκωτίας.

«Αυτό λοιπόν είναι ένα πιθανό ξεκίνημα. Ακόμα και αν έχεις μόλις 20 εκατοστά πάγου, εξακολουθείς να αντανακλάς τον ήλιο», λέει ο Τσεκολίνι. Και σε τοπικό επίπεδο, η επαναπάχυνση του θαλάσσιου πάγου θα μπορούσε να κάνει ασφαλέστερες τις διαδρομές στις οποίες βασίζονται οι Ινουίτ.

Αν τα υποβρύχια drones κοστίζουν περίπου 5.000 δολάρια το καθένα, η Real Ice εκτιμά κατά προσέγγιση ότι η αναστολή της ετήσιας συρρίκνωσης του θαλάσσιου πάγου θα κόστιζε 10 δισ. δολάρια μακροπρόθεσμα. Αν η διάνοιξη οπών αποστράγγισης αποδειχθεί αποτελεσματική, αυτό θα ήταν σημαντικά φθηνότερο, καθώς δεν θα απαιτείται άντληση.

Ο Μάρτσαντ από το Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον στο Σιάτλ, λέει: «Το αν μπορεί κανείς να το κάνει αυτό σε κλίμακα αρκετά μεγάλη ώστε να έχει κλιματική σημασία είναι ένα δύσκολο και ανοιχτό ερώτημα. Πιστεύω όμως ότι η Real Ice κάνει τα σωστά πράγματα. Προσπαθούν να κατανοήσουν τη φυσική των φαινομένων που συμβαίνουν και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσουν αυτή τη γνώση για να απαντήσουν στο ερώτημα, αντί να υποθέτουν απλώς ότι αυτό είναι εφικτό. Προχωρούν βήμα προς βήμα».



Επικίνδυνο για το περιβάλλον;

Η γεωμηχανική αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης και ένας σημαντικός αριθμός επιστημόνων που ειδικεύονται στους πόλους αντιτίθεται στην ιδέα της αύξησης του πάχους του θαλάσσιου πάγου: τον Σεπτέμβριο δημοσίευσαν μια κριτική στην οποία υποστήριζαν ότι η ιδέα αυτή είναι ανέφικτη, θα ήταν «επικίνδυνη για το περιβάλλον» και θα αποτελούσε επικίνδυνη απόσπαση της προσοχής από την πρωταρχική κλιματική ανάγκη για ταχεία μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Ο καθηγητής Σαούν Φιτζέραλντ, διευθυντής του Κέντρου για την Αποκατάσταση του Κλίματος στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, συμφωνεί ότι η μείωση των εκπομπών είναι «απολύτως απαραίτητη», αλλά θεωρεί σημαντικό να εξεταστούν και άλλες επιλογές.

«Οτιδήποτε καινούργιο ενέχει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων συνεπειών. Το παρομοιάζω με τις κλινικές δοκιμές: τα νέα φάρμακα έχουν τη δυνατότητα να βοηθήσουν πραγματικά τους ανθρώπους, αλλά πρέπει να προχωράμε με προσοχή και να κατανοούμε ποιοι είναι οι κίνδυνοι», λέει.

Ο Φιτζέραλντ εκφράζει την ανησυχία του μήπως η γεωμηχανική θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «μαγική λύση» και να μειώσει το κίνητρο για τη μείωση των εκπομπών, αν και υποστηρίζει ότι μέχρι σήμερα υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία που να το επιβεβαιώνουν. «Πιστεύω ότι η διεξαγωγή έρευνας είναι σωστή. Ωστόσο, σέβομαι όσους έχουν διαφορετική άποψη», είπε.

Από την πλευρά του ο Τσεκολίνι σημειώνει: «Είμαστε εδώ για να απαντήσουμε στα ερευνητικά ερωτήματα. Είναι αποτελεσματική η πάχυνση του πάγου, έχει παρενέργειες και μπορεί να εφαρμοστεί σε μεγάλη κλίμακα με οικονομικά αποδοτικό τρόπο; Στη συνέχεια, υπάρχουν μεγαλύτερα ερωτήματα, όπως: ενδιαφέρονται οι κυβερνήσεις, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, οι κοινότητες; Είναι η κοινωνία ανοιχτή σε αυτού του είδους τις λύσεις;».

Ένα ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί είναι για την επίδραση που ενδέχεται να έχει η άντληση θαλασσινού νερού πάνω στον πάγο. Πάνω στον πάγο, σημάδια της άγριας ζωής βρίσκονται σε μικρές λακκούβες νερού: κομμάτια φυκιών, περιττώματα αλεπούς, περιττώματα χήνας. Το σκούρο χρώμα τους απορροφά τον ήλιο και τα λιώνει μέσα στον πάγο.

Ο θαλάσσιος πάγος έχει φρέσκια γεύση, καθώς σχεδόν όλο το αλάτι απομακρύνεται καθώς τα μόρια του νερού σχηματίζουν κρυστάλλους πάγου. Η έγχυση θαλασσινού νερού πάνω στον πάγο φέρνει στην επιφάνεια το αλάτι, καθώς και θρεπτικά συστατικά και μικροοργανισμούς. Τα δείγματα εξετάζονται επί του παρόντος από έναν βιολόγο του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ.

Μια άλλη πιθανή ανησυχία είναι ότι το πότισμα του χειμερινού χιονιού με θαλασσινό νερό θα μπορούσε να εμποδίσει τις πολικές αρκούδες και τις φώκιες να σκάψουν φωλιές για τα μικρά τους, αν και κανένα από αυτά τα είδη δεν χρησιμοποιεί την περιοχή του Κέιμπριτζ Μπέι για αναπαραγωγή.

«Πρόκειται για έρευνα που πρέπει να γίνει και θα γίνει καθώς προχωράμε», λέει ο Σέργουιν, ο οποίος σπούδασε ζωολόγος και είχε μια εμμονή με την άγρια φύση από τα πρώτα χρόνια της παιδικής του ηλικίας στην Ιρλανδία.

Όταν ο Γουντς και ο Σέργουιν ίδρυσαν το πρόγραμμα, το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να ταξιδέψουν στην Αρκτική. «Πήγαμε στο Ικάλουιτ και θέσαμε στους βασικούς ενδιαφερόμενους το ερώτημα: “Είναι αυτό ενδιαφέρον ή αξιόλογο για την κοινότητά σας;”», λέει ο Γουντς. «Λάβαμε συντριπτικά θετικές απαντήσεις και σκεφτήκαμε: Εντάξει, ας προσπαθήσουμε να το κάνουμε».

Η Real Ice, η οποία είναι μια μη κερδοσκοπική εταιρεία, ιδρύθηκε το 2022 και δεν είναι η μόνη ομάδα που προσπαθεί να παγώσει ξανά την Αρκτική. Φέτος, η ομάδα Arctic Reflections, που χρηματοδοτείται επίσης από την Aria, δημιούργησε μια περιοχή παγετού παρόμοιου μεγέθους με την Real Ice, η οποία, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά αποτελέσματα, ήταν έως και 45 εκατοστά παχύτερη. Ωστόσο, αυτοί οι ερευνητές ακολουθούν μια διαφορετική στρατηγική, με στόχο την ενίσχυση των «παγωμένων αψίδων» που εκτείνονται σε στενά περάσματα και θα μπορούσαν να εμποδίσουν τον θαλάσσιο πάγο να ρέει προς τα νότια και να λιώσει, ενώ είναι ακόμα πολύ νωρίς για να πει κανείς αν η ιδέα μπορεί να λειτουργήσει.

«Θα θέλαμε να δούμε την έρευνα να συνεχίζει να προχωρά με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορέσουμε να διαμορφώσουμε μια τεκμηριωμένη άποψη για το πώς θα μοιάζει αυτό σε μεγάλη κλίμακα, αν είναι δυνατόν να επεκταθεί σε τέτοια κλίμακα», λέει ο Σέργουιν.

«Το όνειρο είναι οι αυτόχθονες κοινότητες να αναλάβουν την πάχυνση του θαλάσσιου πάγου. Φανταστείτε τι περνάνε, με τον κίνδυνο να χάσουν τον πολιτισμό τους, να χάσουν τη νεολαία τους, τους ανθρώπους να φεύγουν. Θα μπορούσαν να κάνουν κάτι που θα βοηθήσει στη διατήρηση του πολιτισμού τους, ουσιαστικά να ασχοληθούν με τη διατήρηση, γιατί γι’ αυτό ακριβώς μιλάμε. Πρόκειται για ένα έργο διατήρησης του οικοσυστήματος», αναφέρει από την πλευρά του ο Τσεκολίνι.

Βίντεο της Real Ice από τον Ιούλιο του 2025 όπου οι συσκευές απομακρύνθηκαν από τον πάγο:

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button