Uncategorized

Τεστ αίματος για Αλτσχάιμερ: Η νέα τάση στα social media που ανησυχεί τους επιστήμονες – Τι προειδοποιούν

Τα τεστ αίματος για τη νόσο Αλτσχάιμερ προωθούνται όλο και περισσότερο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ωστόσο οι ερευνητές προειδοποιούν ότι μπορεί να οδηγήσουν υγιή άτομα σε άσκοπες εξετάσεις και έντονο άγχος για βιολογικούς δείκτες που ίσως να μην προκαλέσουν ποτέ άνοια.

Τα τεστ ανίχνευσης βιοδεικτών στο αίμα, όπως τα p-tau217 και p-tau181, εντοπίζουν βιολογικά σημάδια αλλαγών στον εγκέφαλο που σχετίζονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ, μια προοδευτική εγκεφαλική διαταραχή και κύρια αιτία άνοιας.

Οι εξετάσεις αυτές εστιάζουν στην ανίχνευση ανώμαλων πρωτεϊνών, οι οποίες μπορεί να υποδηλώνουν αλλαγές στον εγκέφαλο λόγω Αλτσχάιμερ. Η ελπίδα για τα συγκεκριμένα τεστ εστιάζεται στην ταχύτητα και την ευκολία τους, σε σύγκριση με άλλες μεθόδους διάγνωσης, όπως η απεικόνιση εγκεφάλου ή η οσφυονωτιαία παρακέντηση.

Υπάρχει παγκόσμια συναίνεση μεταξύ κορυφαίων νευρολογικών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένου του Alzheimer’s Association, ότι τα τεστ αυτά δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε υγιή άτομα χωρίς συμπτώματα.

Οι εξετάσεις δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνες τους για τη διάγνωση της νόσου και απαιτείται να συνδυάζονται με άλλες ιατρικές αξιολογήσεις. Επειδή εντοπίζουν πρώιμα σημάδια της νόσου, ένα άτομο μπορεί να βρεθεί θετικό στους βιολογικούς δείκτες χωρίς να εμφανίσει ποτέ κλινικά συμπτώματα άνοιας.

Η Δρ Jenna Smith από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ τόνισε πως αυτό δεν έχει αποτρέψει εργαστήρια, influencers και γιατρούς σε όλο τον κόσμο να προωθούν τα τεστ στα social media.

Η ίδια και οι συνεργάτες της ανέλυσαν 188 αναρτήσεις που αναφέρονταν στη νόσο Αλτσχάιμερ ή την άνοια και τα τεστ αίματος, από λογαριασμούς με συνολικό κοινό άνω των 114 εκατομμυρίων ακολούθων στο Facebook, Instagram και TikTok.

Σύμφωνα με τη Smith, περίπου το 10% των αναρτήσεων προέρχονταν από γιατρούς που υποστήριζαν τη χρησιμότητα του τεστ για ασυμπτωματικό έλεγχο, κυρίως στις ΗΠΑ.

Η Smith σημείωσε πως “κάποιοι από αυτούς τους γιατρούς είχαν σαφή οικονομικά συμφέροντα”. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι “δεν είναι όλα δυσοίωνα”, καθώς υπήρχαν και γιατροί που παρουσίαζαν με λεπτομέρεια τις πληροφορίες για τα νέα τεστ, επισημαίνοντας τους περιορισμούς και τους πιθανούς κινδύνους.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο Journal of the American Geriatrics Society.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι πάνω από το ένα τρίτο των αναρτήσεων προωθούσε τα τεστ σε άτομα χωρίς συμπτώματα, ενώ λογαριασμοί με οικονομικά συμφέροντα ήταν τρεις φορές πιο πιθανό να το κάνουν.

Η Smith επισήμανε πως «οι βασικοί πιθανοί κίνδυνοι είναι η άσκοπη διάγνωση και η απουσία σαφούς επόμενου βήματος». Υγιή άτομα που υποβάλλονται στις εξετάσεις μπορεί να διαγνωστούν με νόσο Αλτσχάιμερ χωρίς να αναπτύξουν ποτέ άνοια και δεν είναι σαφές τι πρέπει να ακολουθήσει μετά από ένα θετικό αποτέλεσμα.

Επιπλέον, οι υπάρχουσες έρευνες για θεραπείες αφορούν άτομα με ήπια γνωστική διαταραχή ή άνοια, επομένως δεν γνωρίζουμε αν λειτουργούν για υγιή άτομα που βρίσκονται θετικά στους βιοδείκτες.

Επιπρόσθετα, υπάρχουν πιθανές παρενέργειες και κόστος θεραπείας, ενώ σημαντικός είναι και ο ψυχολογικός αντίκτυπος της διάγνωσης σε άτομα, οικογένειες και κοινότητες, καθώς και οι επιπτώσεις στην ασφάλιση.

Αυστηρές συστάσεις από ειδικούς

Η πρόεδρος της Australian and New Zealand Society for Geriatric Medicine, καθηγήτρια Susan Kurrle, ξεκαθαρίζει ότι τα τεστ θα πρέπει να συνταγογραφούνται μόνο από γιατρούς και μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Όπως αναφέρει, «για ένα αξιόπιστο αποτέλεσμα πρέπει να υπάρχει υψηλή πιθανότητα πρώιμου Αλτσχάιμερ πριν από τη διενέργεια του τεστ». Τονίζει ότι «δεν πρόκειται για τεστ μαζικού ελέγχου. Οποιαδήποτε άσκοπη και δαπανηρή εξέταση είναι κακή εξέλιξη».

Στην Αυστραλία, τα τεστ κοστίζουν έως και 400 δολάρια Αυστραλίας όταν παραγγέλνονται μέσω γιατρού και δεν καλύπτονται από το Medicare. Όσοι τα αναζητούν διαδικτυακά πληρώνουν έως 600 δολάρια πριν από την αξιολόγηση καταλληλότητας, ενώ άλλος πάροχος τα προσφέρει έναντι 365 δολαρίων χωρίς να αναφέρεται προέλεγχος.

Η Kurrle προειδοποιεί ότι ένα ψευδώς θετικό αποτέλεσμα μπορεί να οδηγήσει κάποιον να πιστέψει πως αναπόφευκτα θα εμφανίσει άνοια. Από την άλλη, ένα αρνητικό αποτέλεσμα ίσως κάνει κάποιον να αγνοήσει τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου, όπως η έλλειψη άσκησης, τα αγγειακά προβλήματα, η υψηλή LDL χοληστερόλη, ή η απώλεια ακοής και όρασης.

YouTube thumbnail

Τελευταία Νέα

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button