Ο καρχαρίας από την εποχή του Σαίξπηρ που δεν χάνει την όρασή του και η καρδιά του χτυπά για αιώνες, τι αποκαλύπτει η νεκροψία ενός σπάνιου ευρήματος

Κρίνοντας από το μέγεθός του –περίπου 3 μέτρα μήκος– το γκρι-μπεζ ζώο που κείτονταν στις λασπώδεις εκτάσεις της παλίρροιας ήταν πάνω από 150 ετών. Ίσως να είχε γεννηθεί την εποχή της Βασίλισσας Βικτωρίας και του Αμερικανού προέδρου Αβραάμ Λίνκολν, όταν τρικάταρτα ιστιοφόρα διέσχιζαν τις θάλασσες και το αυτοκίνητο δεν είχε ακόμη εφευρεθεί.
Για τα δεδομένα των καρχαριών της Γροιλανδίας, αυτό θεωρείται αρκετά νεαρή ηλικία.
«Είναι τόσο κρίμα. Αυτός ο καρχαρίας χρειάστηκε 150 χρόνια για να φτάσει στο σημείο όπου θα μπορούσε να αναπαραχθεί, να συμβάλει στην ανάκαμψη του πληθυσμού, και μπορεί να μην είχε καν την ευκαιρία», είπε στο BBC η Emilie De Loose, θαλάσσια βιολόγος στην Ιρλανδική Ομάδα Φαλαινών και Δελφινιών (Irish Whale and Dolphin Group).
Ο καρχαρίας της Γροιλανδίας, το μακροβιότερο σπονδυλωτό στον πλανήτη, μπορεί να ζήσει περίπου 400 χρόνια. Ως νεογνά, ορισμένοι από αυτούς που κολυμπούν σήμερα μπορεί να ήταν σύγχρονοι του Σαίξπηρ – αν και η ακριβής διάρκεια ζωής τους εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής διαμάχης, με τις εκτιμήσεις να κυμαίνονται από 300 έως 500 έτη.
«Μείναμε όλοι έκπληκτοι» ανέφερε η De Loose και πρόσθεσε: «Είναι απίστευτο να αναλογίζεσαι πόσο πολύ έζησε αυτό το ζώο και τι μπορεί να έχει δει».
Αν και πρόκειται για ένα λυπηρό γεγονός η νεκροψία που ακολούθησε ήταν μια ευκαιρία να έρθουν στο φως περισσότερες λεπτομέρειες για ένα είδος του οποίου οι συνθήκες διαβίωσης καλύπτονται από αρκετό μυστήριο.
Eπισκέπτης από τα βάθη
«Υπάρχει κάτι πολύ ιδιαίτερο στο να εργάζεσαι με νεκρά ζώα, επειδή γνωρίζεις πραγματικά το είδος», λέει η Jasmine Stavenow Jerremalm, υποψήφια διδάκτωρ Θαλάσσιας Οικολογίας στο University College Cork της Ιρλανδίας, η οποία συμμετείχε στη νεκροψία και πρόσθεσε πως: «Τα νεκρά ζώα μπορούν να μας πουν πολλά για τα ζωντανά».Η πρώτη πρόκληση ήταν η μεταφορά του καρχαρία σε εργαστήριο. Οι καρχαρίες της Γροιλανδίας ανήκουν στους μεγαλύτερους καρχαρίες του κόσμου, φτάνοντας σε μήκος έως και τα 5 μέτρα. Ο συγκεκριμένος ζύγιζε πάνω από 200 κιλά. Η ομάδα στην ακτή κάλυψε το σώμα με φύκια, για να εμποδίσει τους γλάρους και άλλα ζώα να το τσιμπολογούν. Την επόμενη μέρα, σε μια επιχείρηση περισυλλογής υπό την επίβλεψη του Εθνικού Μουσείου της Ιρλανδίας, ένας γερανός τον ανασήκωσε στην καρότσα ενός φορτηγού και τον μετέφερε σε ένα περιφερειακό κτηνιατρικό εργαστήριο.
Μία ημέρα αργότερα, προστατευμένοι με μάσκες, γάντια και φόρμες, μια ομάδα ερευνητών από διάφορους οργανισμούς και ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένου του μουσείου, άρχισε να εξετάζει τον καρχαρία σε έναν καλά αεριζόμενο χώρο.
«Όταν πρόκειται για ένα ζώο που ενδέχεται να είναι μερικών εκατοντάδων ετών, μπορεί να υπάρχει οτιδήποτε μέσα σε αυτό, οπότε για λόγους υγείας και ασφάλειας θέλεις να είσαι βέβαιος ότι ακολουθείς σωστές διαδικασίες», εξηγεί η Stavenow Jerremalm και προσθέτει: «Αν πρόκειται για ένα ζώο που έχει ζήσει για τόσο μεγάλο διάστημα, βακτήρια ή ιοί από πολύ παλιά θα μπορούσαν να βρίσκονται μέσα σε αυτό το σώμα» και ξαφνικά να εκτεθούν μέσω της νεκροψίας.
«Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι δεν γνωρίζουμε γιατί πέθανε αυτό το ζώο και ποιες πιθανές ασθένειες μπορεί να φέρει» σημείωσε η κ.Jerremalm.
Όσον αφορά τους καρχαρίες της Γροιλανδίας, οι ερευνητές προσπαθούν ακόμη να απαντήσουν σε ένα ευρύ φάσμα ερωτημάτων, από το πώς αυτά τα ζώα καταφέρνουν να ζουν για τόσο εντυπωσιακά μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι βασικά στοιχεία της ύπαρξής τους.
Αργοί, μοναχικοί και τρέφονται με ψοφίμια και θηράματα
Οι καρχαρίες της Γροιλανδίας είναι αργοί στην κολύμβηση, μοναχικοί και τρέφονται τόσο με θηράματα όσο και με ψοφίμια.
Αν και τρέφονται με νεκρά ζώα, είναι επίσης γνωστό ότι κυνηγούν θηράματα όπως οι φώκιες, ενώ έχουν παρατηρηθεί ακόμη και να «ρουφούν» τη λεία τους. Η ισχυρή αναρρόφηση που διαθέτουν τους επιτρέπει να ρουφούν το θήραμα στο στόμα τους, καταπίνοντάς το ολόκληρο.
«Οι καρχαρίες της Γροιλανδίας κολυμπούν πολύ αργά, οπότε θεωρούνται κυρίως πτωματοφάγοι που τρέφονται με ψοφίμια. Ωστόσο, ορισμένες φορές φαίνεται να καταφέρνουν ευκαιριακά να πιάνουν ζωντανά, γρήγορα θηράματα», όπως φώκιες, λέει η Lily Fogg, μεταδιδακτορική ερευνήτρια Εξελικτικής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας στην Ελβετία και προσθέτει: «Δεδομένου ότι τα νερά της Αρκτικής μπορεί να είναι αρκετά σκοτεινά, είναι πιθανό να στήνουν ενέδρα σε φώκιες που κοιμούνται ή ξεκουράζονται, ή ίσως να πιάνουν φώκιες που είναι ήδη τραυματισμένες ή παγιδευμένες στους πάγους».
Γιατί η σάρκα τους είναι δηλητηριώδης
Ζουν στον Βόρειο Ατλαντικό και στα αρκτικά νερά γύρω από τη Γροιλανδία, τον Καναδά και την Ισλανδία, και έχουν αναπτύξει ορισμένα χαρακτηριστικά που τους βοηθούν να αντιμετωπίζουν το κρύο. Υψηλές συγκεντρώσεις χημικών ουσιών στο σώμα τους δρουν ως αντιπηκτικά/αντιψυκτικά, γεγονός που έχει ως παρενέργεια να καθιστά τη σάρκα τους δηλητηριώδη.
Όμως, πολλά στοιχεία γύρω από το συγκεκριμένο ζώο παραμένουν άγνωστα.
«Για έναν τόσο μεγάλο καρχαρία με ευρεία εξάπλωση, που δεν αποτελεί σπάνιο είδος στο μεγαλύτερο μέρος της περιοχής όπου ζει, είναι εκπληκτικό το πόσο λίγα γνωρίζουμε για αυτούς», λέει η Brynn Devine, θαλάσσια βιολόγος και επιστήμονας Αρκτικής Αλιείας στην Oceans North, μια περιβαλλοντική ΜΚΟ, η οποία δεν συμμετείχε στη νεκροψία.
Οι λόγοι που παραμένει άγνωστος ο πληθυσμός τους
«Ακόμη και βασικές πτυχές της βιολογίας και της οικολογίας τους είναι άγνωστες», αναφέρει. «Για παράδειγμα, εξακολουθούμε να μην γνωρίζουμε πού βρίσκονται οι περιοχές ζευγαρώματος και γέννησής τους, ενώ έχει παρατηρηθεί μόνο μία έγκυος θηλυκή, οπότε δεν γνωρίζουμε καν με βεβαιότητα πόσα νεογνά γεννούν ανά εγκυμοσύνη ή πόσο συχνά αναπαράγονται».
Ως αποτέλεσμα αυτής της αβεβαιότητας, οι επιστήμονες δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν με ακρίβεια πόσοι καρχαρίες της Γροιλανδίας υπάρχουν στον κόσμο. Αυτό δυσκολεύει την αξιολόγηση της υγείας του πληθυσμού τους όσο και των κινδύνων που διατρέχουν.
«Είναι δύσκολο να προστατεύσεις ένα είδος αποτελεσματικά εάν δεν είσαι βέβαιος ποιες περιοχές ή βιότοποι είναι οι πιο σημαντικοί για βασικές συμπεριφορές όπως το ζευγάρωμα και η γέννηση, καθώς και αν δεν γνωρίζεις πόσο συχνά αναπαράγονται ή πόσα νεογνά αποκτούν», λέει η Devine. «Υπάρχουν πολλά μεγάλα μυστήρια που πρέπει ακόμη να λυθούν, πέρα από το πώς ζουν τόσο πολύ».
Πρώτη φορά που ξεβράστηκε καρχαρίας της Γροιλανδίας στην Ιρλανδία
Ήταν η πρώτη φορά που ξεβράστηκε καρχαρίας της Γροιλανδίας στην Ιρλανδία.
«Θα ήταν ηλικιωμένος με βάση τη δική μας χρονική κλίμακα – ίσως 150, ίσως 200 ετών, οπότε, για καρχαρία της Γροιλανδίας μόλις είχε φτάσει στην ενηλικίωση», σημειώνει η De Loose.
Η De Loose και οι άλλοι ερευνητές εξέτασαν τον καρχαρία για πιθανά τραύματα ή κοψίματα που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τον θάνατό του αλλά δεν βρήκαν σημάδια βλάβης. Στη συνέχεια έγδαραν προσεκτικά τον καρχαρία. Το δέρμα, καλυμμένο με μικρά αιχμηρά αγκάθια που ονομάζονται δερματικά δόντια (denticles), φυλάσσεται προς το παρόν σε καταψύκτη, έτοιμο για ταριχευτήριο.
Το Εθνικό Μουσείο της Ιρλανδίας ελπίζει τελικά να εκθέσει το δείγμα: «Αυτό θα επέτρεπε στους μελλοντικούς επισκέπτες να μάθουν για ένα από τα πιο μυστηριώδη είδη καρχαρία στον κόσμο και για την επιστημονική εργασία που απαιτείται για τη μελέτη τέτοιων πλασμάτων», λέει η Amy Geraghty, επιμελήτρια Ζωολογίας στο Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Ιρλανδίας. «Εν κατακλείδι, ελπίζουμε να μάθουμε και να μοιραστούμε όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες».
Στη συνέχεια οι ερευνητές άνοιξαν τον καρχαρία, αποκαλύπτοντας το τεράστιο συκώτι του –βάρους 50 κιλών– το οποίο οδήγησαν προσεκτικά σε μια μεγάλη ατσάλινη λεκάνη για να το εξετάσουν. «Τα πάντα εξετάστηκαν, μετρήθηκαν και ζυγίστηκαν, ενώ λαμβάνονταν δείγματα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας», εξηγεί η De Loose.
Μυστήριο με τα μάτια τους
Ένα άλλο καθοριστικό βήμα ήταν η αφαίρεση των ματιών: οι φακοί θα χρησιμοποιηθούν για ραδιοχρονολόγηση άνθρακα, η οποία θα βοηθήσει στον προσδιορισμό της ηλικίας του καρχαρία.
Τα μάτια των καρχαριών της Γροιλανδίας αποτελούν ένα ακόμη μυστήριο.
«Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι καρχαρίες της Γροιλανδίας περιγράφονταν ως ζώα με πολύ κακή όραση, ή ακόμη και ως τυφλοί», λέει η Fogg. «Αυτό οφείλεται στην εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια ζωής τους […] και σε μικρά παράσιτα που μοιάζουν με φούντες και προσκολλώνται στο μπροστινό μέρος των ματιών τους».
Ωστόσο, μια ερευνητική εργασία του 2026 από τη Fogg και άλλους επιστήμονες διαπίστωσε το αντίθετο: «Τα μάτια και οι αμφιβληστροειδείς τους είναι στην πραγματικότητα άθικτα και εξαιρετικά εξειδικευμένα για ζωή σε πολύ χαμηλό φως. Ακόμη και σε καρχαρίες που έχουν ζήσει περισσότερο του ενός αιώνα, τα κύτταρα και ο μοριακός μηχανισμός που απαιτούνται για την όραση βρίσκονται ακόμα εκεί και φαίνονται υγιή. Το οπτικό τους σύστημα μοιάζει ουσιαστικά με μια “κάμερα χαμηλού φωτισμού”, κάτι που βγάζει απόλυτο νόημα αν περνάς τη ζωή σου στα σκοτεινά, παγωμένα βάθη του Αρκτικού Ωκεανού. Το πραγματικά αξιοσημείωτο είναι ότι αυτός ο σύνθετος ιστός φαίνεται να συνεχίζει να λειτουργεί για τόσο μεγάλο διάστημα. Είναι ένα οπτικό σύστημα που φαίνεται κατασκευασμένο για να αντέχει για αιώνες».
Τα παράσιτα που προσκολλούν στα μάτια τους δεν επηρεάζουν στην πραγματικότητα σημαντικά την όραση του καρχαρία, προσθέτει η ίδια, σύμφωνα με την έρευνα.
Αυτή η ανθεκτικότητα έρχεται σε αντίθεση με το οπτικό σύστημα των ανθρώπων, λέει. Η ανθρώπινη όραση τείνει να φθίνει με την ηλικία, «ενώ στον καρχαρία της Γροιλανδίας δείχνουμε ότι η όραση μπορεί να παραμείνει άθικτη για πάνω από έναν αιώνα. Αυτό είναι αρκετά εκπληκτικό, καθώς υποδηλώνει ότι ενδεχομένως έχουν εξελίξει μηχανισμούς για να αντιστέκονται ή να καθυστερούν αυτού του είδους την εκφυλιστική φθορά που σχετίζεται με την ηλικία», αναφέρει η Fogg.
Επιδιορθώνει το καταστραμμένο DNA;
Ένας λόγος για αυτή την ανθεκτικότητα μπορεί να βρίσκεται στην ικανότητα του καρχαρία της Γροιλανδίας να επιδιορθώνει το καταστραμμένο DNA, υποστηρίζει η ίδια: η ομάδα της βρήκε γονίδια που εμπλέκονται στην επιδιόρθωση του DNA τα οποία ήταν ιδιαίτερα ενεργά, ή «ενεργοποιημένα», στον καρχαρία της Γροιλανδίας σε σύγκριση με άλλους καρχαρίες που δεν ζουν τόσο πολύ.
«Αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον διότι η βλάβη και η ικανότητα επιδιόρθωσης του DNA συνδέονται ευρέως με τις διαδικασίες γήρανσης στα ζώα», λέει.
Ένα δείγμα μυϊκού ιστού θα σταλεί σε εργαστήριο για την εφαρμογή μιας διαφορετικής, πειραματικής μεθόδου προσδιορισμού της ηλικίας του καρχαρία της Γροιλανδίας, η οποία βασίζεται στο μήκος των τελομερών —των προστατευτικών άκρων των αλληλουχιών του DNA—, αναφέρει η Stavenow Jerremalm.
Τα τελομερή τείνουν να μικραίνουν με την ηλικία, παράλληλα με την έκθεση σε περιβαλλοντικές πιέσεις.
Πώς μπορεί μια καρδιά να συνεχίζει να χτυπά για αιώνες;
«Ανοίξαμε το “στήθος” για να φτάσουμε στην καρδιά του ζώου, ώστε να την αφαιρέσουμε κι αυτή», λέει η De Loose. Η καρδιά φαινόταν υγιής, αναφέρει – και ήταν τεράστια, ζυγίζοντας 34 κιλά: «Ήταν γιγαντιαία, επειδή πρόκειται για γιγαντιαίο καρχαρία». Για σύγκριση, μια ανθρώπινη καρδιά ζυγίζει περίπου 300 γραμμάρια.
Πώς μπορεί μια καρδιά να συνεχίζει να χτυπά για αιώνες; Μια πρόσφατη μελέτη που εξέτασε τις καρδιές των καρχαριών της Γροιλανδίας διαπίστωσε ότι έδειχναν κοινά σημάδια γήρανσης, όπως ουλές. Ωστόσο, παρά τους δείκτες αυτούς, οι καρδιές φαινόταν να λειτουργούν μια χαρά. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι ο καρχαρίας της Γροιλανδίας έχει εξελιχθεί έτσι ώστε να είναι ανθεκτικός σε δείκτες γήρανσης που σχετίζονται με κακή καρδιακή υγεία σε άλλα ζώα, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου.
Αυτό το εξαιρετικά ασυνήθιστο εύρημα, δηλαδή ότι η καρδιά συνεχίζει να λειτουργεί παρά τα σημάδια της γήρανσης, «υπογραμμίζει την ανθεκτικότητα ως βασικό μηχανισμό που επιτρέπει την ακραία μακροζωία», αναφέρουν οι συγγραφείς της δημοσίευσης.
Τα δόντια που εξυπηρετούν άψογα τις ανάγκες του
Για τη Stavenow Jerremalm, η νεκροψία προσέφερε ευκαιρία για μια προσεκτική ματιά σε ορισμένα από τα μοναδικά χαρακτηριστικά του καρχαρία της Γροιλανδίας, τα οποία έχουν εξελιχθεί ώστε να εξυπηρετούν άριστα τις ανάγκες του, όπως για παράδειγμα, το να τρέφεται με πτώματα στον βυθό της θάλασσας. «Το τρώει, ακόμα κι αν είναι σαπισμένο, ανεξάρτητα από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται – εκμεταλλεύεται αυτή την ευκαιρία για να τραφεί», καταλήγει.
Ο νεκρός καρχαρίας στο εργαστήριο διέθετε τα τέλεια εργαλεία γι’ αυτή τη δουλειά. «Τα δόντια του ήταν απόλυτα προσαρμοσμένα για να κόβουν κομμάτια από πτώματα. Τα πάνω δόντια ήταν ίσια και εξαιρετικά αιχμηρά, ενώ τα κάτω δόντια είχαν δύο διαφορετικές κατευθύνσεις, μοιάζοντας σχεδόν με πριόνι. Αυτή είναι μια τέλεια προσαρμογή για να κόβει κομμάτια από πτώματα που βρίσκει στον βυθό της θάλασσας».
Το στομάχι και ολόκληρος ο πεπτικός σωλήνας αφαιρέθηκαν άθικτοι για μεταγενέστερη ανάλυση. Πιάνοντας το κλειστό στομάχι, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι φαινόταν άδειο, αλλά η σπειροειδής βαλβίδα –ένα τμήμα του εντέρου– φαινόταν γεμάτη, υποδηλώνοντας ότι είχε χωνέψει πρόσφατα τροφή. Το άδειο στομάχι μπορεί να μην αποτελούσε πρόβλημα για τον καρχαρία, ο οποίος έχει χαμηλές ενεργειακές ανάγκες (ο αργός μεταβολισμός τους ενδέχεται να έχει εξελιχθεί ώστε να αντιμετωπίζει περιβάλλοντα με περιορισμένους πόρους, όπως η Αρκτική, όπου τα θηράματα εξαρτώνται έντονα από τις εποχές).
Ένας από τους όρχεις του ήταν συστραμμένος και το χρώμα της σπλήνας φαινόταν ασυνήθιστο, αναφέρει η De Loose – συνολικά, όμως, ο καρχαρίας φαινόταν υγιής. Είναι πιθανό ο καρχαρίας να ήταν άρρωστος με κάποιον τρόπο που δεν ήταν προφανής, υποστηρίζει η ίδια, και οι αναλύσεις των οργάνων και των δειγμάτων ενδέχεται τελικά να αποκαλύψουν περισσότερα για την αιτία του θανάτου του.
«Σε κάνει να αναρωτιέσαι, τι συνέβη;» λέει η De Loose. «Είναι λυπηρό γιατί ήταν ηλικιωμένος για τα δικά μας δεδομένα, αλλά στην πραγματικότητα είχε ακόμα μεγάλο μέρος της ζωής του μπροστά του».
Credit εξωτερικής φωτογραφίας: Lars von Ritter Zahony / Ocean Image Bank



