Υγεία

Η ψυχοθεραπεία αλλάζει τη ζωή ακόμη και στα 70

Ο Maurizio είναι 70 ετών και μόλις πρόσφατα αποφάσισε να ξεκινήσει ψυχοθεραπεία. Αφορμή ήταν ένα πρόβλημα που τον συνόδευε σχεδόν σε ολόκληρη τη ζωή του: Oι ημικρανίες, από τις οποίες υπέφερε από την ηλικία των επτά ετών.

Είχε επισκεφθεί πολλούς γιατρούς και είχε αναζητήσει διαφορετικές εξηγήσεις για τον πόνο του. Η ψυχοθεραπεία ήταν ακόμη μία προσπάθεια να ανακαλύψει εάν πίσω από το σωματικό σύμπτωμα κρυβόταν κάποια βαθύτερη αιτία. Σύντομα, όμως, κατάλαβε ότι ίσως να μην έβρισκε ποτέ μία και μοναδική απάντηση. Και αυτό έπαψε να έχει τόση σημασία.

«Η ίδια η διαδικασία απέκτησε νόημα. Έγινε ένας χώρος ενδοσκόπησης που με βοήθησε να κατανοήσω τη ζωή μου πιο καθαρά», λέει στο BBC.

Μια διαφορετική αφορμή οδήγησε τον 73χρονο Antonio και την 68χρονη σύζυγό του, Gigliola, στο γραφείο ενός θεραπευτή. Έπειτα από χρόνια απογοητεύσεων και εντάσεων που δεν είχαν ποτέ εκφραστεί, αναζήτησαν βοήθεια με την ελπίδα να σώσουν τη σχέση τους. «Έπειτα από λίγο καιρό συνειδητοποίησα ότι ένιωθα πιο ανάλαφρος και πιο ανοιχτός», περιγράφει ο Antonio.

Η Gigliola πιστεύει ότι εκείνο που τους βοήθησε ήταν η δυνατότητα να κοιτάξουν μέσα τους και, κυρίως, να εκφράσουν πράγματα που για χρόνια δεν μπορούσαν να πουν ο ένας στον άλλο.

Οι ιστορίες τους έρχονται σε αντίθεση με μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη: Ότι η ψυχοθεραπεία απευθύνεται κυρίως στους νέους. Τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία δείχνουν το αντίθετο.

Ψυχοθεραπεία μετά τα 70; Τα στοιχεία λένε «ναι»

Η συμβολή της ψυχοθεραπείας στην αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών και στη βελτίωση της ευεξίας είναι καλά τεκμηριωμένη. Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας εξακολουθούν να καταφεύγουν πολύ λιγότερο συχνά σε αυτήν.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), περίπου το 14% των ανθρώπων άνω των 70 ετών ζει με κάποια ψυχική διαταραχή, με συχνότερες την κατάθλιψη και το άγχος. Παράλληλα, το 17% των αυτοκτονιών παγκοσμίως αφορά αυτή την ηλικιακή ομάδα.

Ωστόσο, μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2024 έδειξε ότι στις ΗΠΑ μόλις το 4% των ενηλίκων ηλικίας 65 ετών και άνω είχε λάβει ψυχοθεραπεία, έναντι 12% στις ηλικίες 18-24 ετών και 8% μεταξύ των ατόμων 35-64 ετών.

Και όμως, δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι η ψυχοθεραπεία γίνεται λιγότερο αποτελεσματική όσο μεγαλώνουμε.

«Οι θεραπείες λειτουργούν σε όλο το φάσμα της ενήλικης ζωής», επισημαίνει ο Pim Cuijpers, καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ.

Σε πρόσφατη ανασκόπησή του σχετικά με την ψυχοθεραπεία για την κατάθλιψη σε διαφορετικές ηλικιακές ομάδες, διαπίστωσε μάλιστα ότι υπάρχει σημαντικός αριθμός ερευνών σε ανθρώπους άνω των 75 ετών, χωρίς ενδείξεις ότι η αποτελεσματικότητα της ψυχοθεραπείας διαφοροποιείται σε αυτή την ηλικία.

Μοναξιά, ασθένεια και απώλεια

Στην τρίτη ηλικία, η ψυχοθεραπεία μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη αξία επειδή ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με αλλαγές που συχνά εμφανίζονται συσσωρευτικά: Xρόνια προβλήματα υγείας, απώλειες αγαπημένων προσώπων, συνταξιοδότηση, αλλαγή κοινωνικού ρόλου και περιορισμό των κοινωνικών επαφών.

Η θεραπεία μπορεί να βοηθήσει στη διαχείριση της κοινωνικής απομόνωσης και της χρόνιας νόσου, αλλά και να προσφέρει ευρύτερα οφέλη. Μεγαλύτεροι άνθρωποι που συμμετέχουν σε ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις αναφέρουν καλύτερη ψυχική ευεξία, ανανεωμένο κίνητρο και μεγαλύτερη κοινωνική συμμετοχή.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι, σύμφωνα με ανασκόπηση του 2025, οι ομαδικές παρεμβάσεις φαίνεται να παρουσιάζουν από τις ισχυρότερες θετικές αποκρίσεις. Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι προσφέρουν κάτι που συχνά λείπει από τη ζωή ενός ηλικιωμένου: Ένα οργανωμένο πλαίσιο επαφής και ουσιαστικής σύνδεσης με άλλους ανθρώπους.

Και ενώ οι μεγαλύτεροι ενήλικες δυσκολεύονται περισσότερο να φτάσουν αρχικά στην ψυχοθεραπεία, όταν τελικά ξεκινήσουν φαίνεται ότι συχνά παραμένουν αφοσιωμένοι σε αυτήν. Τα ποσοστά ολοκλήρωσης θεραπευτικών προγραμμάτων μπορούν να φτάσουν έως και το 54%, ξεπερνώντας σε αρκετές περιπτώσεις εκείνα των νεότερων ανθρώπων.

«Δεν γνωρίζουμε ακριβώς τους λόγους, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι όταν οι μεγαλύτεροι άνθρωποι αποφασίζουν να ζητήσουν βοήθεια, έχουν και μεγαλύτερο κίνητρο να συνεχίσουν», σχολιάζει ο καθηγητής Cuijpers.

Τι τους κρατά μακριά από την ψυχοθεραπεία

Το κόστος αποτελεί ένα από τα εμπόδια. Η ασφαλιστική κάλυψη δεν περιλαμβάνει πάντοτε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, ενώ ένας συνταξιούχος μπορεί να δυσκολεύεται να καλύψει μόνος του το κόστος.

Υπάρχει, όμως, και ένα λιγότερο εμφανές εμπόδιο: ο ηλικιακός ρατσισμός. Η πρόσβαση στην ψυχοθεραπεία συχνά ξεκινά από την παραπομπή ενός γιατρού πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι οι ηλικιωμένοι παραπέμπονται λιγότερο συχνά για ψυχολογική θεραπεία, ακόμη και όταν εμφανίζουν συμπτώματα κατάθλιψης ή άγχους.

Η ψυχική τους δυσφορία μπορεί λανθασμένα να θεωρηθεί μια «φυσιολογική» συνέπεια των γηρατειών, της σωματικής φθοράς ή των απωλειών που συνοδεύουν την ηλικία, αντί για μια κατάσταση που μπορεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Μέρος αυτής της αντίληψης έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Ο Sigmund Freud θεωρούσε ότι μετά από κάποια ηλικία η ψυχανάλυση έχανε την αποτελεσματικότητά της, καθώς πίστευε ότι μειωνόταν η «ελαστικότητα» των ψυχικών διεργασιών.

Η σύγχρονη επιστήμη δεν επιβεβαιώνει αυτή την άποψη. «Αυτό δεν είναι καθόλου αληθινό. Στην πραγματικότητα, οι μελέτες δείχνουν το αντίθετο», τονίζει η Rossana De Beni, καθηγήτρια Πειραματικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας.

Όπως επισημαίνει, οι επαγγελματίες υγείας χρειάζεται να βλέπουν τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί τους ως μια πολύπλευρη προσωπικότητα και όχι απλώς ως «έναν ηλικιωμένο».

Οι διαφορετικοί δρόμοι της θεραπείας

Δεν υπάρχει μία ψυχοθεραπευτική προσέγγιση κατάλληλη για όλους. Η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία (CBT) επικεντρώνεται στον εντοπισμό και την αλλαγή δυσλειτουργικών μοτίβων σκέψης, ενώ η ψυχοδυναμική θεραπεία διερευνά περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο οι εμπειρίες του παρελθόντος επηρεάζουν τα σημερινά συναισθήματα και τις συμπεριφορές.

Η οικογενειακή θεραπεία στρέφει την προσοχή στις σχέσεις και στη δυναμική ολόκληρης της οικογένειας, ενώ η ομαδική ψυχοθεραπεία επιτρέπει στους ανθρώπους να μοιραστούν εμπειρίες με άλλους που αντιμετωπίζουν παρόμοιες δυσκολίες, περιορίζοντας το αίσθημα της μοναξιάς.

«Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι είναι πολύ αργά»

Το πρόβλημα είναι ότι ο ηλικιακός ρατσισμός δεν προέρχεται μόνο από τους άλλους. Μπορεί να εσωτερικευθεί και από τους ίδιους τους ηλικιωμένους, οι οποίοι ενδέχεται να πιστεύουν ότι το άγχος, η θλίψη ή η μοναξιά είναι απλώς αναπόφευκτα κομμάτια της γήρανσης.

Κι όμως, η δυνατότητα αλλαγής δεν έχει ημερομηνία λήξης. «Η γήρανση, μέχρι το τέλος, είναι ένα στάδιο της ζωής που χαρακτηρίζεται από αλλαγή», λέει η καθηγήτρια De Beni. Ο άνθρωπος, εξηγεί, συνεχίζει να εξελίσσεται μέσα από μια διαδικασία μεταμόρφωσης, μάθησης και προσαρμογής που ουσιαστικά δεν τελειώνει ποτέ.

Ο Maurizio το γνωρίζει πλέον από προσωπική εμπειρία. Η ψυχοθεραπεία τον βοήθησε σε τρεις διαφορετικές καμπές της ζωής του: να αντιμετωπίσει τον χωρισμό από τη σύζυγό του, να διαχειριστεί συγκρούσεις με τα παιδιά του και να προσαρμοστεί στη μετάβαση από την ενεργό επαγγελματική ζωή προς τη συνταξιοδότηση, όταν χρειάστηκε να ανακαλύψει νέους τρόπους κοινωνικής επαφής.

«Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι θα μπορούσε να είναι πολύ αργά για οτιδήποτε», λέει. Και ελπίζει ότι η δική του επιλογή θα λειτουργήσει ως παράδειγμα για άλλους ανθρώπους της ηλικίας του. Ίσως, όπως λέει, να έχει φυτέψει έναν μικρό σπόρο. Μπορεί να μην ανθίσει σήμερα ή αύριο. Κάποια στιγμή, όμως, κάποιος μπορεί να αποφασίσει να τον ποτίσει.

Διαβάστε επίσης

Αυτισμός: Η Τζόρνταν κατάλαβε ότι ήταν στο φάσμα, μετά τη διάγνωση της μαμάς της στην ηλικία των 70

Γιατί κάποιοι άνθρωποι αποφεύγουν συνειδητά τις συγκρούσεις – Τι κρύβεται πίσω από την σκόπιμη σιωπή τους

Κατάθλιψη και άγχος: Η βιταμίνη που τα δαμάζει

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button