Η Πάρις Τζάκσον έκανε ηλεκτροσπασμοθεραπεία για κατάθλιψη

Ήταν πριν από λίγες ημέρες όταν η Πάρις Τζάκσον (Paris Jackson) προχώρησε σε μία ιδιαίτερα προσωπική αποκάλυψη για τη μάχη της με τη σοβαρή κατάθλιψη.
Μιλώντας στις 17 Αυγούστου στο podcast On Purpose with Jay Shetty, η 28χρονη κόρη του Μάικλ Τζάκσον αποκάλυψε ότι είχε υποβληθεί σε εννέα συνεδρίες ηλεκτροσπασμοθεραπείας (ECT) μέσα σε μόλις τρεις εβδομάδες. Είχε φτάσει, όπως περιέγραψε, σε μία εξαιρετικά δύσκολη στιγμή για την ψυχική της υγεία, έχοντας προηγουμένως δοκιμάσει πολλές διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις.
Η θεραπεία, όπως είπε, είχε αποτέλεσμα. «Λειτουργούσε» για εκείνη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες, όμως, ήταν πολλές και έντονες. Η Τζάκσον περιέγραψε έντονο πόνο μετά τις πρώτες συνεδρίες αλλά και κενά μνήμης: Φίλοι την είχαν επισκεφθεί και η ίδια δεν θυμόταν ούτε την επίσκεψη ούτε τις συζητήσεις τους.
Και υπήρχε ακόμη ένα ζήτημα. Η προοπτική να συνεχίζει με μία συνεδρία τον μήνα για το υπόλοιπο της ζωής της δεν ήταν, όπως ξεκαθάρισε, επιλογή για εκείνη.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η εξομολόγηση της Πάρις Τζάκσον έφερε ξανά στο προσκήνιο μία θεραπεία που χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης επιστημονικής συζήτησης.
Ο Τζον Ριντ, καθηγητής Κλινικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου, με άρθρο του στο The Conversation, εξηγεί γιατί η ηλεκτροσπασμοθεραπεία παραμένει αμφιλεγόμενη, θέτοντας ερωτήματα τόσο για την τεκμηρίωση της μακροπρόθεσμης αποτελεσματικότητάς της όσο και για τις πιθανές επιπτώσεις στη μνήμη.
Τι είναι η ηλεκτροσπασμοθεραπεία
Η ECT πραγματοποιείται υπό γενική αναισθησία και περιλαμβάνει την εφαρμογή ηλεκτρικού ρεύματος στον εγκέφαλο ώστε να προκληθεί ελεγχόμενη επιληπτική κρίση. Μία σειρά ECT περιλαμβάνει συνήθως 6 έως 12 συνεδρίες μέσα σε διάστημα δύο έως τεσσάρων εβδομάδων.
Εφαρμόζεται κυρίως για την κατάθλιψη, αλλά μπορεί επίσης να χορηγηθεί σε ανθρώπους που έχουν διαγνωστεί με σχιζοφρένεια, κατατονία ή διπολική διαταραχή.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο καθηγητής Ριντ, το βρετανικό National Institute for Health and Care Excellence (NICE) συστήνει τη χρήση της ECT σε εξαιρετικά σοβαρές περιπτώσεις, όπως όταν υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή ή όταν άλλες θεραπείες έχουν αποτύχει.
Και παρότι για αρκετούς η ηλεκτροσπασμοθεραπεία μοιάζει με θεραπεία μιας άλλης εποχής, εξακολουθεί να εφαρμόζεται. Παλαιότερες εκτιμήσεις που παραθέτει ο Ριντ υπολόγιζαν ότι χορηγούνταν σε τουλάχιστον ένα εκατομμύριο ανθρώπους ετησίως παγκοσμίως, ενώ μεταξύ των ληπτών υπερεκπροσωπούνται οι γυναίκες και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι.
Το μεγάλο ερώτημα: Πόσο αποτελεσματική είναι;
Εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικά σημεία της κριτικής του Τζον Ριντ. Ο ίδιος επισημαίνει ότι ο αυστηρότερος τρόπος αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας μίας θεραπείας είναι οι τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες, στις οποίες η θεραπεία συγκρίνεται με placebo.
Στην περίπτωση της ECT, η ομάδα ελέγχου μπορεί να υποβάλλεται σε «εικονική ECT»: Oι ασθενείς λαμβάνουν γενική αναισθησία, χωρίς όμως να εφαρμόζεται ηλεκτρικό ρεύμα.
Σύμφωνα με ανασκόπηση στην οποία συμμετείχε ο καθηγητής Ριντ, έχουν πραγματοποιηθεί μόλις 11 placebo-controlled μελέτες της ECT για την κατάθλιψη. Όλες ήταν μικρές και, κατά την αξιολόγηση των συγγραφέων, παρουσίαζαν διαφορετικού βαθμού μεθοδολογικές αδυναμίες.
Τέσσερις από τις 11 έδειξαν ότι η ECT ήταν σημαντικά καλύτερη από την εικονική θεραπεία αμέσως μετά το τέλος της θεραπευτικής περιόδου. Πέντε δεν εντόπισαν διαφορά, ενώ σε δύο οι ψυχίατροι κατέγραψαν διαφορά, αλλά οι ίδιοι οι ασθενείς όχι.
Ο Ριντ υπογραμμίζει ακόμη ότι δεν υπήρχαν ισχυρά στοιχεία για αποτελεσματικότητα πέρα από την ημέρα της τελευταίας θεραπείας. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει και στο γεγονός ότι η πιο πρόσφατη από αυτές τις μελέτες πραγματοποιήθηκε το 1985, δηλαδή πριν από περίπου τέσσερις δεκαετίες.
Υπάρχουν, βεβαίως, και μεταγενέστερες έρευνες που συγκρίνουν την ECT με άλλες θεραπείες. Ο Ριντ, ωστόσο, επισημαίνει ότι αρκετές παρουσιάζουν περιορισμούς, όπως η ταυτόχρονη λήψη αντικαταθλιπτικών ή η απουσία μακροχρόνιας παρακολούθησης.
Γιατί η μνήμη βρίσκεται στο επίκεντρο
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα γύρω από την ηλεκτροσπασμοθεραπεία αφορά τη μνήμη. Όπως αναφέρει o καθηγητής Ριντ, η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία αναγνωρίζει ότι ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να παρουσιάσουν προβλήματα μνήμης που διαρκούν μήνες ή χρόνια και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να είναι μόνιμα. Ανασκόπηση του 2003 σε 703 ασθενείς, την οποία επικαλείται, κατέγραψε επίμονη ή μόνιμη απώλεια μνήμης σε ποσοστό μεταξύ 29% και 55%.
Σε άλλη ανασκόπηση, του 2020, οι συμμετέχοντες περιέγραφαν δυσκολίες να ανακαλέσουν γεγονότα και εμπειρίες που είχαν συμβεί πριν ή κοντά στη χρονική περίοδο κατά την οποία υποβλήθηκαν σε ECT. Για κάποιους επρόκειτο για συγκεκριμένες αναμνήσεις και για άλλους για πολύ μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα της ζωής τους.
Το θέμα έχει απασχολήσει και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και τα Ηνωμένα Έθνη. Όπως σημειώνει ο Ριντ, έκθεση των δύο οργανισμών το 2023 ανέφερε ότι οι άνθρωποι στους οποίους προτείνεται ECT πρέπει να ενημερώνονται για τους πιθανούς βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους κινδύνους.
Τι λένε όσοι έχουν κάνει ECT
Ο ίδιος ο Ριντ συμμετείχε πρόσφατα σε μεγάλη διεθνή έρευνα περισσότερων από 1.000 ανθρώπων που είχαν υποβληθεί σε ECT και μελών των οικογενειών τους.
Η εικόνα που προέκυψε δεν ήταν ενιαία. Υπήρχαν άνθρωποι που ανέφεραν ότι η θεραπεία τούς βοήθησε. Άλλοι δήλωσαν ότι δεν άλλαξε τη διάθεσή τους ή την ποιότητα της ζωής τους, ενώ κάποιοι ανέφεραν επιδείνωση.
Μεταξύ των συμμετεχόντων που είχαν λάβει ECT, 61% έως 84% ανέφεραν κάποια μορφή απώλειας μνήμης, η οποία για τους περισσότερους από αυτούς διήρκεσε τουλάχιστον τρία χρόνια. Περισσότεροι από τους μισούς ανέφεραν και άλλες ανεπιθύμητες επιπτώσεις, όπως συναισθηματικό μούδιασμα, προβλήματα στις σχέσεις και απώλεια ανεξαρτησίας.
Παράλληλα, περίπου 59% θεώρησαν ανεπαρκή την ενημέρωση που είχαν λάβει για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της θεραπείας, ενώ μόλις 17% δήλωσαν ότι είχαν ενημερωθεί για το ενδεχόμενο μακροχρόνιας απώλειας μνήμης.
Υπάρχουν εναλλακτικές;
Ο καθηγητής Ριντ υπογραμμίζει ότι υπάρχουν διαφορετικές θεραπευτικές επιλογές για την κατάθλιψη, μεταξύ των οποίων η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία, η θεραπεία τραύματος, η διαπροσωπική ψυχοθεραπεία, η ενσυνειδητότητα και η οικογενειακή θεραπεία.
Καμία θεραπεία, ωστόσο, δεν λειτουργεί για όλους. Κατά τον ίδιο, σημαντικό μέρος της αντιμετώπισης είναι η δημιουργία μιας θεραπευτικής σχέσης στην οποία ο ασθενής αισθάνεται ότι υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον για εκείνον και η διερεύνηση των παραγόντων που συνδέονται με την κατάθλιψή του.
Η ίδια η εμπειρία της Πάρις Τζάκσον αποτυπώνει ίσως αυτή την πολυπλοκότητα. Η ίδια λέει ότι η ECT τη βοήθησε, αλλά ταυτόχρονα περιγράφει δύσκολες ανεπιθύμητες ενέργειες και εξηγεί γιατί δεν επέλεξε να συνεχίσει τη θεραπεία μακροπρόθεσμα.
Και αυτό βρίσκεται στην καρδιά της συζήτησης γύρω από την ηλεκτροσπασμοθεραπεία: υπάρχουν άνθρωποι που αναφέρουν σημαντική ανακούφιση από τα συμπτώματά τους και άλλοι που περιγράφουν μικρό όφελος ή σοβαρές επιπτώσεις. Για τον Ριντ, τα ερωτήματα γύρω από την αποτελεσματικότητα, τη μακροχρόνια ασφάλεια και την πλήρη ενημέρωση των ασθενών παραμένουν ανοιχτά.
Διαβάστε επίσης
Γιατί ποτέ δεν είναι αργά για ψυχοθεραπεία – Η ζωή μπορεί να αλλάξει ακόμη και στα 70
Γιατί πολλοί άνδρες αισθάνονται άδειοι ακόμη κι όταν τα «έχουν πετύχει όλα» στη ζωή τους



