Γιατί κάποιοι άνθρωποι σιωπούν συνειδητά για να αποφύγουν τις συγκρούσεις

Υπάρχουν άνθρωποι που θα προτιμήσουν να πουν «δεν πειράζει», ακόμη κι όταν τους πειράζει πολύ. Θα δεχθούν μια χάρη που δεν θέλουν να κάνουν, θα αποφύγουν να διαφωνήσουν με τον σύντροφο ή τον φίλο τους και θα αφήσουν μια προσβλητική συμπεριφορά να περάσει χωρίς αντίδραση. Εξωτερικά μπορεί να μοιάζουν απλώς ήρεμοι και συγκαταβατικοί. Στην πραγματικότητα, όμως, πίσω από αυτή τη διαρκή αποφυγή της σύγκρουσης μπορεί να κρύβονται φόβος, άγχος και μια βαθιά ριζωμένη δυσκολία να θέσουν όρια.
Η σιωπή σε μια δύσκολη στιγμή ασφαλώς δεν αποτελεί πρόβλημα από μόνη της. Όταν, όμως, γίνεται σταθερός τρόπος επικοινωνίας και κάποιος συστηματικά βάζει τις επιθυμίες των άλλων πάνω από τις δικές του, μπορεί να επηρεάσει τόσο την ψυχική του ευεξία όσο και την ποιότητα των σχέσεών του.
Η ψυχολόγος Lara Ferreiro, μέλος της ερευνητικής ομάδας Κοινωνικής Ψυχολογίας του Complutense University of Madrid, εξηγεί τι μπορεί να βρίσκεται πίσω από αυτό το μοτίβο και, κυρίως, γιατί δεν είναι κάτι που είμαστε υποχρεωμένοι να κουβαλάμε σε όλη μας τη ζωή.
Ο φόβος πίσω από το «δεν πειράζει»
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Όπως εξηγεί, ένας από τους ισχυρότερους λόγους που κάνουν κάποιον να αποφεύγει τη σύγκρουση είναι ο φόβος ότι η ειλικρινής έκφραση των συναισθημάτων του θα έχει κόστος. Μπορεί να φοβάται ότι θα απορριφθεί, ότι ο σύντροφός του θα απομακρυνθεί ή ότι μια σχέση θα διαταραχθεί εάν εκφράσει δυσαρέσκεια. Έτσι, η σιωπή μετατρέπεται σε έναν τρόπο «προστασίας» της σχέσης: αν δεν διαφωνήσω, αν δεν παραπονεθώ, αν δεν πω αυτό που με ενοχλεί, ίσως ο άλλος να μη φύγει.
Το τίμημα, όμως, μπορεί να είναι μεγάλο, καθώς η σχέση διατηρείται εις βάρος των πραγματικών αναγκών του ίδιου του ατόμου. Υπάρχει επίσης μια πεποίθηση που συναντάται συχνά: ότι ένας «καλός άνθρωπος» δεν παραπονιέται, συγχωρεί και υποχωρεί. Όμως η καλοσύνη δεν ταυτίζεται με την ανοχή κάθε συμπεριφοράς, ούτε η διεκδίκηση προσωπικών ορίων αποτελεί εγωισμό.
Ο ρόλος της παιδικής ηλικίας
Η δυσκολία να πούμε «όχι» δεν εμφανίζεται πάντα ξαφνικά στην ενήλικη ζωή. Για ορισμένους ανθρώπους έχει τις ρίζες της πολύ νωρίτερα. Ένα παιδί που μεγαλώνει σε ένα σπίτι με έντονους καβγάδες, φωνές ή βία μπορεί να μάθει ότι ο ασφαλέστερος τρόπος να προστατευτεί είναι να μη μιλά. Το ίδιο μπορεί να συμβεί σε οικογένειες όπου τα δύσκολα συναισθήματα δεν συζητούνται ή όπου κυριαρχούν αυταρχικές συμπεριφορές.
Υπάρχει και ένας ακόμη μηχανισμός: κάθε φορά που η σιωπή αποτρέπει έναν καβγά, η συγκεκριμένη συμπεριφορά ενισχύεται. Το παιδί μαθαίνει σταδιακά ότι «όταν δεν μιλάω, τα πράγματα δεν χειροτερεύουν» και μπορεί να μεταφέρει την ίδια στρατηγική στις ενήλικες σχέσεις του.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το κατά πόσο τα συναισθήματα του παιδιού γίνονταν αποδεκτά. Όταν ακούει συστηματικά ότι «υπερβάλλει», ότι δεν πρέπει να κλαίει ή ότι πρέπει να σωπάσει, μπορεί να εσωτερικεύσει την ιδέα ότι όσα αισθάνεται δεν πρέπει να εκφράζονται.
Ανάλογο μοτίβο μπορεί να αναπτύξουν παιδιά που αναγκάστηκαν πρόωρα να αναλάβουν ρόλο φροντιστή μέσα στην οικογένεια. Μαθαίνουν να φροντίζουν πρώτα τους άλλους και να αφήνουν τις δικές τους ανάγκες στο περιθώριο.
Πότε η σιωπή κοστίζει
Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιος επιλέγει κάποιες φορές να μη συγκρουστεί. Υπάρχουν στιγμές στις οποίες αυτό μπορεί να είναι η πιο συνετή επιλογή. Η δυσκολία αρχίζει όταν η υποχώρηση γίνεται ο μοναδικός διαθέσιμος τρόπος αντίδρασης.
Σύμφωνα με την Ferreiro, όσα δεν εκφράζονται μπορούν να συσσωρεύονται. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένταση, άγχος, αϋπνία ή ξεσπάσματα θυμού. Η ειδικός αναφέρει επίσης σωματικές εκδηλώσεις, όπως μυϊκούς πόνους και πεπτικές ενοχλήσεις.
Υπάρχει όμως και μια λιγότερο εμφανής συνέπεια: όταν κάποιος προσαρμόζεται συνεχώς στις επιθυμίες των άλλων, μπορεί σταδιακά να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τις δικές του. Οι επιπτώσεις φαίνονται και στις σχέσεις. Χωρίς σαφή όρια, δημιουργείται ευκολότερα μια ανισορροπία, όπου ο ένας υποχωρεί και ο άλλος αποφασίζει. Με τον χρόνο μπορεί να εμφανιστούν θυμός, ενοχές, δυσαρέσκεια και επιβάρυνση της αυτοεκτίμησης.
Το «όχι» είναι δεξιότητα – Και μαθαίνεται
Η δυσκολία να πει κανείς «όχι» δεν είναι μόνιμο χαρακτηριστικό της προσωπικότητας, αλλά ένα μοτίβο που μπορεί να αλλάξει. Η ψυχοθεραπεία, ειδικά η γνωσιακή συμπεριφορική προσέγγιση, βοηθά στην αναγνώριση πεποιθήσεων που μπλοκάρουν το άτομο, στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και στη διαχείριση των συναισθημάτων.
Κεντρικό ρόλο έχει η διεκδικητική επικοινωνία: να εκφράζει κανείς τις ανάγκες του χωρίς επιθετικότητα, αλλά και χωρίς να ακυρώνει τον εαυτό του. Η αλλαγή ξεκινά από μικρές κινήσεις: να λέμε «όχι» όταν δεν μπορούμε, να βάζουμε όρια σε μικρές καθημερινές παραβιάσεις και να εκφράζουμε ήρεμα όταν κάτι μας ενοχλεί.
Χρήσιμη τεχνική είναι ο «χαλασμένος δίσκος», δηλαδή η σταθερή επανάληψη της θέσης μας χωρίς υπερβολικές εξηγήσεις. Επίσης, όταν νιώθουμε πίεση, μπορούμε να ζητάμε χρόνο πριν απαντήσουμε.
Η αποφυγή των συγκρούσεων, βέβαια, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος χρειάζεται θεραπεία, όμως υπάρχουν σημάδια που δείχνουν ότι το μοτίβο επηρεάζει την καθημερινότητα. Επίμονο άγχος ή αϋπνία, κοινωνική απομόνωση, έντονες ενοχές όταν κάποιος εκφράζει άποψη, επαναλαμβανόμενα προβλήματα στις σχέσεις ή ξεσπάσματα θυμού είναι ενδείξεις ότι ίσως χρειάζεται υποστήριξη. Στόχος δεν είναι να γίνει κάποιος συγκρουσιακός, αλλά να μπορεί να επιλέγει: να σωπαίνει όταν το θέλει και να μιλά όταν κάτι τον πληγώνει ή παραβιάζει τα όριά του.
Διαβάστε επίσης
Σχέσεις: Μην αποφεύγετε τις συγκρούσεις, λύστε τις έξυπνα – Δύο ειδικοί εξηγούν τον τρόπο
Τέσσερις τρόποι για να αποφύγετε τις συγκρούσεις



