Περιβάλλον

Γιατί δεν σβήνουν πια τη νύχτα οι φωτιές – Ο «κλεφτοπόλεμος» με τις φλόγες και η διαχείριση δάσους

Η «μάχη» με τις φλόγες καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολη, με τις υψηλές θερμοκρασίες, τα χαμηλά επίπεδα υγρασίας, τους ισχυρούς ανέμους, την πυκνή βλάστηση και περιορισμένη πρόσβαση στο δάσος να «κλείνουν το παράθυρο ευκαιρίας» της νύχτας που είχαν άλλοτε οι πυροσβέστες για να περιορίσουν ένα πύρινο μέτωπο.

«Συνήθως στις δασικές πυρκαγιές βασιζόμαστε στον ημερήσιο κύκλο της καύσης, που σημαίνει ότι τη νύχτα που ανεβαίνει η σχετική υγρασία και πέφτει η θερμοκρασία, γεγονός που εκμεταλλεύεται ο πυροσβεστικός μηχανισμός» όπως εξηγεί στο CNN Greece χαρακτηριστικά ο Δρ. Γαβριήλ Ξανθόπουλος.

«Όταν όμως επικρατούν συνθήκες όπως αυτές των προηγούμενων ημερών, δεν δίνεται η ευκαιρία για ασφαλή δασοπυρόσβεση. Οι πυροσβέστες περιμένουν τη φωτιά να φτάσει στο δρόμο» σημειώνει. Επομένως, όπως υπογραμμίζει ο δασολόγος «η φωτιά έκαιγε ανεξέλεγκτη και συνέχισε να εξαπλώνεται και στη διάρκεια της νύχτας».

Τα στοιχεία «μιλάνε» από μόνα τους. Σύμφωνα με το Meteo, μέσα σε 12 ώρες (από 31/7 στις 19:00 έως 1/8 στις 07:00) κάηκαν σχεδόν 34.000 στρέμματα, καθώς οι βόρειοι άνεμοι ενισχύθηκαν πάνω από τα 80 km/h.

Η εξάπλωση συνεχίστηκε την επόμενη ημέρα (από 07:00 έως 19:00 την 01.08.2026) προς τα ανατολικά, πριν από τη δεύτερη νυχτερινή έξαρση προς τα νότια/νοτιοανατολικά, με ανέμους έως 70 km/h και ακόμη 27.810 καμένα στρέμματα (από 01.08 στις 19:00 έως 02.08.2026 στις 07:00).

Την ίδια στιγμή, οι θυελλώδεις άνεμοι αλλά και η νύχτα καθήλωσαν τα εναέρια μέσα, στα οποία δίνει μεγάλο βάρος η Πυροσβεστική. Στη βάση αυτή, ο Δρ. Ξανθόπουλος καθιστά σαφές πως «πρέπει να προσαρμόσουμε τις τακτικές αντιμετώπισης της φωτιάς». Χαρακτηρίζει θετικό ότι βρίσκονται στα «σκαριά» τα νέα Canadair 515 που θα αποκτήσει η χώρα μας και θα επιχειρούν κατά τη διάρκεια της νύχτας, ωστόσο επισημαίνει ότι η αποτελεσματικότητά του νέο αεροσκάφους στη νυχτερινή δασοπυρόσβεση και το κατά πόσο θα είναι ασφαλές για τους χειριστές του θα αποδειχθεί στην πράξη.

fotia, foties, pyrkagies, pyrkagia, porto, loumpa

Εκφράζει, όμως, ταυτόχρονα την ανησυχία ότι «τόσο η Ελλάδα, όσο και η υπόλοιπη Ευρώπη, ενισχύει διαρκώς τα εναέρια μέσα, δημιουργείται και μία εξάρτηση από αυτά». Εξηγώντας, ο έμπειρος δασολόγος σημειώνει πως «στο παρελθόν – όταν την ευθύνη της δασοπυρόσβεσης είχε η Δασική Υπηρεσία – οι δασοπυροσβέστες ήξεραν ότι έπρεπε να δουλέψουν στο έδαφος, με τη συνδρομή των εναέριων μέσων να είναι σε μεγάλο βαθμό επικουρική. Εκμεταλλεύονταν τη νύχτα και βασίζοντας στη γνώση της βλάστησης και του χώρου, ώστε να μην εγκλωβιστούν».

Ο «κλεφτοπόλεμος» με τη φωτιά

«Η κατά μέτωπο αντιμετώπιση της φωτιάς, ιδιαίτερα σε υψηλά πευκοδάση με δύσκολες καιρικές συνθήκες είναι κατά κανόνα μάταιη και επικίνδυνη. Τη φωτιά πρέπει να τη χτυπάς στον τόπο και τον χρόνο που έχεις εσύ το πάνω χέρι».

Αναφερόμενος στη φωτιά στην Αττικοβοιωτία, ο Δρ. Ξανθόπουλος εξηγεί πως «αυτή η πυρκαγιά μπορούσε να χτυπηθεί διαφορετικά. Στην αρχική φάση, το μέτωπο θα κατέβαινε μέχρι τη θάλασσα ανεξέλεγκτο αφού λόγω των συνθηκών ξέφυγε την αρχική προσβολή και πήρε διαστάσεις. Σε εκείνη τη φάση, έπρεπε να δοθεί απόλυτη έμφαση στην βόρεια-ανατολική πλευρά, προκειμένου να μην απλώσει προς το Πόρτο Γερμενό».

Το «στοίχημα» της διαχείρισης και το «αγκάθι» της Δασικής Υπηρεσίας

Ήδη πλέον βρισκόμαστε στην επόμενη μέρα. Η ηγεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και ενέργειας έχει ανακοινώσει από τα πρώτα 24ωρα αφότου το πύρινο μέτωπο τέθηκε υπό έλεγχο τα πρώτα έργα: Αντιδιαβρωτικά, αντιπλημμυρικά, αλλά και ενέργειες αναδάσωσης – όπου αυτό κριθεί αναγκαίο.

antidiabrotika, antidiavrotika

Αντιδιαβρωτικά έργα

INTIME NEWS

Με την περιοχή να μυρίζει ακόμα στάχτη και αποκαΐδια, ο δασολόγος εφιστά την προσοχή που πρέπει να δοθεί ως προς τις παρεμβάσεις που θα υλοποιηθούν.

«Τα μεσογειακά δάση είναι γενικά προσαρμοσμένα στη φωτιά» σημειώνει και στη βάση ακριβώς αυτή, επισημαίνει πως η επιτάχυνση ενός έργου αναδάσωσης «θα ήταν λάθος»

Στην περίπτωση των δασικών περιοχών που κάηκαν στην Αττικοβοιωτία, ο Δρ Ξανθόπουλος αναφέρει πως υπήρχε ένα «μεγάλο συνεχές δάσος, σε δύσκολη τοπογραφία, στο οποίο η διαχείριση από τη Δασική Υπηρεσία ήταν πολύ περιορισμένη. Κατά τα τελευταία έτη έγιναν μόνο παρεμβάσεις μείωσης της καύσιμης ύλης σε κάποια σημεία στο πλαίσιο του προγράμματος AntiNero».

«Αυτή είναι στη βάση όλου του προβλήματος. Από το 1998, όπου πέρασε η δασοπυρόσβεση στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, η δύναμή της Δασικής Υπηρεσίας μειώθηκε σταδιακά από περίπου 4.5 χιλιάδες άτομα προσωπικό σε όλη τη χώρα σε 2.500» υπογραμμίζει και προσθέτει πως ταυτόχρονα «της πήραν αρμοδιότητες και έπαψε να λειτουργεί ως εργαλείο του κράτους που ζει, καταλαβαίνει και διαχειρίζεται το δάσος, έχει επαφή με τους πολίτες και δουλεύει με τους πολίτες».

Διότι, όπως επισημαίνει, η σημασία της εμπλοκής της τοπικής κοινωνίας και τοπικών δασαρχών διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην κατανόηση του χώρου στον οποίο πραγματοποιείται μία επιχείρηση κατάσβεσης. Αυτό δεν έχει σημασία μόνο τη στιγμή της φωτιάς, αλλά και κατά τη διάρκεια του χειμώνα, οπότε άλλοτε εκτελούνταν εργασίες φροντίδας και διαχείρισης των δασών που περιλάμβαναν και δράσεις μείωσης της καύσιμης ύλης.

foties, fotia, pyrkagies, pirkagia, boiotia

Μάχη με τις φλόγες

Νίκος Ραζής / CNN Greece

Η μακρά πορεία αναγέννησης – Ο μηχανισμός επιβίωσης της χαλεπίου πεύκης

Η πορεία της αναγέννησης των καμένων εκτάσεων είναι μακρά. Καθώς πρόκειται για ένα πευκοδάσος ηλικίας 14 ετών και άνω, η περιοχή θα αναγεννηθεί και θα δημιουργηθεί μία μια πυκνή νεοφυτεία, σύμφωνα με τον κ. Ξανθόπουλο.

Μεγάλο μέρος της περιοχής που είχε ξανακαεί το 2009 και αναγεννήθηκε. Τώρα είχε ηλικία περίπου 15 ετών. «Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει αρκετός σπόρος για να αναγεννηθεί ξανά φυσικά» τονίζει ο ερευνητής. «Τα πεύκα ειδικά “γνωρίζουν” ότι αναπτύσσονται σε ένα εύφλεκτο περιβάλλον, γι’ αυτό το λόγο η χαλέπιος πεύκη κρατάει πάντα κάποιους κώνους κλειστούς και μετά το πέρασμα της φωτιάς, αυτοί οι κώνοι ανοίγουν και απελευθερώνουν σπόρους» υπογραμμίζει.

Υπάρχει, όμως, και ο κίνδυνος σε 4-5 χρόνια να δημιουργηθεί φυσικά μία πυκνοφυτεία με μεγάλο αριθμό δενδρυλλίων ανά τετραγωνικό μέτρο. Αυτή η πορεία ανάκαμψης του δασικού οικοσυστήματος πρέπει να παρακολουθείται και όποτε κρίνεται αναγκαίο να υλοποιούνται δράσεις αραίωσης. Γιατί; Διότι, όπως επισημαίνει ο Δρ Ξανθόπουλος τότε τα δενδρύλλια δεν θα έχουν επαρκή χώρο να αναπτυχθούν, δημιουργώντας έτσι ανταγωνισμό μεταξύ τους για χώρο, φως και νερό. Τα δένδρα που θα ηττηθούν σε αυτή τη μάχη επιβίωσης θα καταλήξουν να «πεθάνουν» και θα μετατραπούν σε νεκρή καύσιμη ύλη, «σπίρτο» για την επέλαση της φωτιάς.

kryo pigadi, fotia, boiotia, voiotia

Η φωτιά καίει στο Κρύο Πηγάδι

Νίκος Ραζής / CNN Greece

Ταυτόχρονα, θα δημιουργηθεί ένα σύμπυκνο δάσος, στο οποίο δεν θα έχει πρόσβαση ο άνθρωπος δεν θα μπορούσαν να εισέλθουν πυροσβεστικές δυνάμεις.

Πότε πρέπει να γίνεται μια αναδάσωση;

Η αναδάσωση, όπως λέει, είναι επωφελής είτε όταν υπάρχει έλλειψη σπόρων – δηλαδή αν μια περιοχή έχει ξανακαεί μέσα σε λίγα χρόνια – είτε όταν χρειάζεται να εμπλουτιστεί η βλάστηση με καινούρια είδη που θα «σπάσουν» την ομοιογένεια του χώρου και που θα είναι λιγότερο εύφλεκτα.

Ο Δρ Ξανθόπουλος φέρνει το παράδειγμα της αναγέννησης του Υμηττού μετά την πυρκαγιά του Καρέα το 1998. Σε μελέτη που είχε παρουσιαστεί το 2005 είχε αναδειχθεί πως πέντε χρόνια μετά τις φλόγες, «τα δένδρα τα οποία είχαν φυτρώσει με φυσικό τρόπο είχαν σχεδόν ίδιες διαστάσεις με εκείνα που είχαν φυτευθεί και ήταν και τα πιο καλά προσαρμοσμένα. Η φυσική αναγέννηση είχε επίσης μηδενικό κόστος».

«Η αναδάσωση έδωσε λίγο πιο γρήγορα πρασινίσμα στην περιοχή» σχολιάζει χαρακτηριστικά.

Έτσι, είναι σημαντικό, όπως τονίζει να μην πραγματοποιούνται «τυφλά έργα και παρεμβάσεις εκεί που δεν χρειάζονται».

«Μεγαλύτερος κίνδυνος από τις φωτιές θα είναι οι πλημμύρες»

Αυτή η διαπίστωση ισχύει και στην περίπτωση των αντιδιαβρωτικών και αντιπλημμυρικών έργων. «Στο παρελθόν, η πολιτική πίεση για έργα αποκατάστασης σε βαριά πληγείσες περιοχές, είχε οδηγήσει σε αχρείαστη τοποθέτηση κορμοδεμάτων ακόμη και σε επίπεδες εκτάσεις (π.χ. στα Καλύβια Αττικής) ή σε περιοχές με μικρές κλίσεις, σχεδόν γυμνές από έδαφος και σε ασβεστολιθικά εδάφη (π.χ. σε θέσεις στην Πάρνηθα)» περιγράφει ο ίδιος,

«Τα αντιδιαβρωτικά γίνονται για δύο λόγους: Σε μία προσπάθεια να συγκρατηθεί το χώμα με κορμοδέματα και να δώσει ευκαιρίες για αναγέννηση, καθώς συγκρατούνται επίσης και οι σπόροι και σε μία προσπάθεια να μην φέρει το νερό φερτά υλικά προς τα κάτω και δημιουργηθούν πλημμυρικά φαινόμενα».

Πώς λοιπόν, μπορεί, να αξιολογηθεί πού είναι δόκιμο να εφαρμοστούν τέτοιες παρεμβάσεις;

«Μία απλή ανάλυση GIS (Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών) μπορούν να εκτιμήσουν ποια θα είναι η κατεύθυνση του νερού, ενώ υπάρχουν μοντέλα που μπορούν να εκτιμήσουν ακόμη και την ποσότητα του νερού που μπορεί να κατέβει το βουνό» επισημαίνει ο έμπειρος επιστήμονας.

Σε αυτό το σημείο μάλιστα, προειδοποιεί ότι με την κλιματική αλλαγή να είναι παρούσα «ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους που θα έχουμε – πολύ μεγαλύτερος από τις φωτιές – θα είναι οι πλημμύρες».

«Αυτό που συνέβη στη Μάνδρα ή μετά τις κακοκαιρίες Elias και Daniel θα ξανασυμβεί» υπογραμμίζει.

«Αν σημειωθεί κάτι αντίστοιχο στις περιοχές που κάηκαν, θα έχουμε μεγάλα προβλήματα. Άρα πρέπει να προχωρήσουν γρήγορα έργα εκεί που πρέπει, για την συγκράτηση του εδάφους και τη δημιουργία μικρών φραγμάτων πριν τον αστικό ιστό, αλλά και να προστατευτούν κάποιες περιοχές, ώστε να μην καταρρεύσει ολόκληρη η πλαγιά» αναφέρει.

Ένα επιτυχές παράδειγμα, ήταν τα έργα που είχαν πραγματοποιηθεί από το Ινστιτούτο Μεσογειακών και Δασικών Οικοσυστημάτων στην Αρχαία Ολυμπία, μετά την καταστροφική φωτιά του 2007. Εκεί κινδύνευε να γίνει κατολίσθηση του Κρόνιου λόφου μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, ενώ παράλληλα η εικόνα της καμένης βλάστησης ήταν αποκαρδιωτική.

Το Ινστιτούτο πραγματοποίησε την απαιτούμενη μελέτη από τον Αύγουστο μέχρι και τον Νοέμβριο και στη συνέχεια υλοποίησε τα έργα μέχρι την αφή της Ολυμπιακής Φλόγας τον Μάρτιο του 2008. Σε κάθε βήμα υλοποίησης αυτής της απαιτητικής πρόκλησης, οι επιστήμονες του Ινστιτούτου καθοδηγούσαν όσους υλοποιούσαν τα έργα στο πεδίο, γεγονός που καταγράφεται και στα αποτελέσματα.

«Στοίχημα» να παραμείνουν οι κάτοικοι σε έναν «πληγωμένο» από τις φωτιές τόπο

Ένα από τα μεγαλύτερα «στοιχήματα» όμως αφορούν τον άνθρωπο, τις τοπικές κοινωνίες. «Μετά την πυρκαγιά εγείρονται κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις. Στη Βόρεια Εύβοια το 2021, την Ηλεία το 2007, τον Έβρο το 2023 υπήρχε κόσμος που εγκατέλειψε τον τόπο του» όπως επισημαίνει.

porto germeno, fotia, attiki, boiotia, voiotia

Τεράστιες καταστροφές άφησε στην Ψάθα η φωτιά

Νίκος Ραζής/ CNN Greece

«Οι άνθρωποι που χάνουν το βιος τους, τη σοδειά, τα σπίτια τους» αισθάνονται ότι χάνουν και το μέλλον τους στην περιοχή, σημειώνει ο Δρ Ξανθόπουλος, υπογραμμίζοντας πως «αυτό κάνει τους νέους να φύγουν, ενώ διώχνει συχνά και τους γηραιότερους που δεν έχουν τη δύναμη να ξαναρχίσουν από την αρχή».

«Στις περιοχές της Μάνδρας, των Βιλίων, του Πόρτο Γερμενού υπήρχαν πάρα πολλοί ρητινοσυλλέκτες που είχαν προσωπική εμπλοκή με την προστασία του δάσους» αναφέρει χαρακτηριστικά, για να εξηγήσει πως χρειάζεται η Πολιτεία να επιδείξει ευαισθησία και να υποστηρίξει αυτόν τον κόσμο να «σταθεί ξανά στα πόδια του».

Και σε κάθε περίπτωση, το διακύβευμα είναι οι προσπάθειες «αναγέννησης» και ανοικοδόμησης μίας περιοχής να δημιουργήσουν αναχώματα, ώστε να μην επαναληφθεί στο μέλλον μια αντίστοιχη καταστροφή.

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button