Από τις φωτιές, στις πλημμύρες: Η αξία των αντιδιαβρωτικών έργων μετά την πυρκαγιά

Πώς τα έργα που ανακοινώθηκαν στη Συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη (6/8) στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας; «Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η διατήρηση του εδάφους»: απαντά συνοπτικά στο CNN Greece o δασολόγος – ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών και Δασικών Οικοσυστημάτων του ΕΛΓΟ Δήμητρα, Γεώργιος Καρέτσος.
Η βλάστηση σημαντικός μανδύας προστασίας του εδάφους
«Στην Ελλάδα δεν έχουμε δάση σε επίπεδες περιοχές. Τα δάση μας αναπτύσσονται κυρίως σε βουνά. Οπότε ανάλογα με την κλίση και την ποιότητα του εδάφους πρέπει να περιοριστούν τα φαινόμενα της διάβρωσης» εξηγεί ο κ. Καρέτσος.
Όπως σημειώνει, «με τη φωτιά εκλείπει η βλάστηση που είναι ένας σημαντικός μανδύας προστασίας του εδάφους, οπότε με τη ραγδαιότητα των φθινοπωρινών βροχών, υπάρχει υπαρκτός κίνδυνος να αφαιρεθεί γόνιμο έδαφος από την επιφάνεια και να παρασύρθουν όχι μόνο το έδαφος αλλά και η τράπεζα σπερμάτων η οποία υπάρχει μέσα σε αυτό».
«Τράπεζα σπερμάτων» θεωρείται το υλικό της φυσικής αναγέννησης που βρίσκεται σε σπερματική μορφή και μπορεί να αποτελέσει τον σπόρο για την αποκατάσταση του δασικού οικοσυστήματος.
«Αν δημιουργηθεί ένα 30% ενός πράσινου μανδύα μετά τη φωτιά και μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου, που θα ξαναφυτρώσουν πλατύφυλλα και ποώδη φυτά, θα περιοριστεί σημαντικά ο κίνδυνος της διάβρωσης των εδαφών. Για τον σκοπό αυτό υλοποιούνται τα λεγόμενα αντιδιαβρωτικά έργα» επισημαίνει ο δασολόγος.
Λύσεις βασισμένες στη φύση τα αντιδιαβρωτικά έργα
Τα έργα αυτά συνιστούν λύσεις βασισμένες στη φύση που εφαρμόζονται από αρχαιοτάτων χρόνων.
«Στον νησιωτικό, αλλά και τον ορεινό ελλαδικό χώρο, όπου οι άνθρωποι προσπαθούσαν να έχουν γόνιμα εδάφη για να καλλιεργούν, σχημάτιζαν τις λεγόμενες αναβαθμίδες, πολλές φορές χρησιμοποιώντας πέτρες, κάτι που καθιστά αυτά τα φράγματα πιο σταθερά» εξηγεί ο ερευνητής.
Δημιουργούνται από «κορμοσειρές» δηλαδή σειρές κορμών, που τοποθετούνται κατά τη φορά των ισο-υψών, δηλαδή σε κάθετη πορεία προς το νερό.
«Είναι σημαντικό να έχουν καλή συνοχή με το έδαφος, ώστε σχηματιστούν κάποια σκαλοπάτια. Με αυτό τον τρόπο περιορίζουμε τόσο την απώλεια του εδάφους, όσο και την ταχύτητα του νερού που κατεβαίνει προς τα κάτω» υπογραμμίζει ο κ. Καρέτσος, για να συμπληρώσει πως «η πυκνότητα αυτών των φραγμάτων από κορμοσειρές σχετίζεται πάντα με το κλίση του εδάφους».
Αντιδιαβρωτικά έργα
INTIME NEWS
Η σημασία των αντιπλημμυρικών έργων
Εκτός από τα αντιδιαβρωτικά έργα, μετά από τις πυρκαγιές πρέπει να πραγματοποιούνται και αντιπλημμυρικά έργα. Παλαιότερα, όπως σημειώνει ο κ. δασολόγος, τα έργα αυτά υλοποιούνταν από τη Δασική Υπηρεσία κυρίως κατά μήκος των μικρών ρεμάτων δεύτερης και τρίτης τάξης.
«Δημιουργούνται πέτρινα φράγματα, με στόχο να σχηματιστεί μία κλίση αντισταθμίσεως» αναφέρει, περιγράφοντας πως συνιστά μια «κλίση κατά την οποία το νερό περιορίζει την ταχύτητα του και δεν παρασέρνει εδαφικό υλικό προς τα “κατάντη”, δηλαδή χαμηλά».
Για την υλοποίηση των μεγάλων φραγμάτων που υλοποιούνταν στο παρελθόν οι αρμόδιοι φορείς υπολόγιζαν τη μέγιστη δυνατή παροχή ενός ρέματος ανά 100ετία, ώστε να επιτύχουν την ασφάλεια και του φράγματος, αλλά και την αποτελεσματικότητά του.
«Η Δασική Υπηρεσία, έχει προχωρήσει σε πάρα πολλά έργα αυτού του τύπου και έχει τιθασεύσει το διαβρωτικό έργο των χειμάρρων στο σύνοδο σχεδόν της χώρας» σχολιάσει, για να διευκρινίσει, όμως πως «φυσικά χρειάζονται κι άλλα».

Αντιπλημμυρικα έργα
INTIME NEWS
Αντίστοιχη μέθοδος που εφαρμόζεται ως αντιδιαβρωτικό έργο είναι τα λεγόμενα «κλαδοπλέγματα» τα οποία ωστόσο είναι πιο δόκιμο να χρησιμοποιούνται ως πρόσθετες τεχνικές παρεμβάσεις στα πρανή των ρεμάτων, εκεί που δημιουργούνται τα φράγματα, διότι η λεπτή τους δομή θα μπορούσε να τα μετατρέψει ακόμη και σε καύσιμο για τις φωτιές.
Πόσα χρόνια θα χρειαστούν να αναγεννηθούν οι εκτάσεις που χάθηκαν στις φλόγες;
Στο μεταξύ, η πύρινη λαίλαπα που ξεκίνησε από τη Βοιωτία και εξαπλώθηκε μέχρι και την Αττική έκανε «στάχτη» πάνω από 110.000 στρέμματα γης. Πόσα χρόνια μπορεί να πάρει ένα δάσος να γεννηθεί ξανά από τις στάχτες του;
Απαντώντας στο ερώτημα αυτό ο κ. Καρέτσος αναφέρει πως «αν το δάσος είναι ώριμο – δεν έχει καεί ξανά – σε περίπου 30 χρόνια θα αποκτήσει ξανά μια αντίστοιχη μορφή με αυτή που βλέπαμε πριν την καταστροφή».
Αν καεί ξανά σε συχνότητα μικρότερη των 10 ετών, πριν προλάβουν τα δάση, τα πευκοδάση να βγάλουν κώνους και καρπούς, το μέλλον είναι δυσοίωνο.
«Συνήθως αναμένουμε δύο και τρία χρόνια για να δούμε το αποτέλεσμα της φυσικής αναγέννησης» προσθέτει.

Τεράστιες καταστροφές άφησε στην Αττικοβοιωτία η φωτιά
Νίκος Ραζής/ CNN Greece
Το διακύβευμα της διαχείρισης των δασών
Το μεγάλο στοίχημα, όμως, είναι η διαχείρισης των δασών και της αδυναμίας της Δασικής Υπηρεσίας να αναλάβει αυτό το έργο. Ο κ. Καρέτσος αναφέρει το παράδειγμα των παρεμβάσεων «αραίωσης» της πυκνότητας των δέντρων.
Όπως υπογραμμίζει «αν από τη φυσική αναγέννηση θα προκύψει ένα πολύ πιο νέο δάσος, θα πρέπει να αραιωθεί, γιατί για να αναπτυχθεί σωστά ένα δέντρο, χρειάζεται ένα αυξητικό χώρο». «Άρα κάποιος θα πρέπει να μπει σε αυτά τα δάση για να εφαρμόσει αυτή τη μέθοδο με φυσικό τρόπο, όπως γινόταν παλαιότερα.
Απεναντίας, όπως επισημαίνει «η Δασική Υπηρεσία έχει αποδυναμωθεί τόσο πολύ, που δεν μπορεί να εφαρμόσει τέτοιες πρακτικές με αυτεπιστασία, ώστε να άνθρωποι με τις κατάλληλες γνώσεις να διασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε παρέμβαση θα γίνεται ορθά»
«Αγκάθι» η εγκατάλειψη της υπαίθρου και του πρωτογενούς τομέα
Εκτός, όμως, από τη Δασική Υπηρεσία «αγκάθι» για την διαχείριση των δασών αποτελεί επίσης και η εγκατάλειψη της υπαίθρου και των ανθρώπων που ζούσαν από αλλά και με τη φύση «Υπήρχαν οι ρητινοσυλλέκτες που ασχολούνταν με τη συλλογή του ρετσινιού και γι’ αυτό το λόγο φροντίζανε να κάνουν αυτού του τύπου τις αραιώσεις και να κρατούν το δάσος καθαρό» τονίζει χαρακτηριστικά ο ερευνητής.
«Πλέον αυτά τα επαγγέλματα έχουν εκλείψει και ο πρωτογενής τομέας έχει υποβαθμιστεί σημαντικά» επισημαίνει.
«Δυστυχώς πλέον δεν υπάρχει παιδεία στην Ελλάδα που να εκφράζει ή μάλλον να εκπαιδεύει τη νέα γενιά να εκτιμά την εργασία με το φυσικό περιβάλλον και την επαφή με τον πρωτογενή τομέα» σχολιάζει, σκιαγραφόντας τις επιπτώσεις της εγκατάλειψης της Περιφέρειας. «Κάποτε στον πρωτογενή τομέα απασχολούνταν σχεδόν το 30% του πληθυσμού, σήμερα ο αστικός πληθυσμός της χώρας ανέρχεται περίπου στο 89%- 90%». Αλλά ακόμη και αυτοί και αυτές που έχουν παραμείνει στο επάγγελμα «η αγροτική παραγωγή και η κτηνοτροφία έχουν εκμηχανιστεί ως ένα βαθμό, με αποτέλεσμα να μην συμμετέχουν οι επαγγελματίες, όπως συμμετείχαν στο παρελθόν στην καταστολή αλλά και στην πρόληψη της φωτιάς».
Ο κ. Καρέτσος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, τονίζοντας πως έχει αλλάξει δραματικά «η κοινωνική αντίληψη που έχουμε για τα δάση».
Έμφαση στην πρόληψη
Έμφαση δίνει επίσης στη σημασία της πρόληψης, με μέτρα όπως μπορεί να είναι οι αντιδιαβρωτικές και αντιπλημμυρικές παρεμβάσεις.
«Αποδεικνύεται ότι το κόστος της καταστολής είναι πολλαπλάσιο από της πρόληψης» επισημαίνει, για να προσθέσει πως «τον ηγετικό ρόλο στην πρόληψη πρέπει να τον έχει η Δασική Υπηρεσία, που θα έπρεπε να συνενωθεί με τους φορείς διαχείρισης» για τη φροντίδα των οικοσυστημάτων.
Όπως υπογραμμίζει, το στοίχημα της πρόληψης θα έπρεπε να δίνεται ήδη από τον χειμώνα. «Ακόμη και το Πυροσβεστικό Σώμα το οποίο δίνει τη μάχη με τις φωτιές θα έπρεπε να διαθέτει μία ξεχωριστή μονάδα, ώστε τον χειμώνα υπό την επίβλεψη της δασικής υπηρεσίας να διαχειρίζεται τα δάση, να συντηρεί μονοπάτια και δρόμους και να καθαρίζει την καύσιμη ύλη ώστε και να γνωρίζει το δασικό χώρο» επισημαίνει ο ερευνητής.



