Αντίστροφη μέτρηση για το θρυλικό διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble – Πού θα καταλήξει
Περισσότερες από 1,7 εκατομμύρια παρατηρήσεις, 1,5 εκατομμύριο ακαδημαϊκές αναφορές και σχεδόν 23.000 επιστημονικά άρθρα που κυριολεκτικά ξέγραψαν και ξαναέγραψαν τα εγχειρίδια της σύγχρονης αστρονομίας συνθέτουν την κληρονομιά του διαστημικού τηλεσκοπίου Hubble.
Έπειτα από 36 χρόνια σε τροχιά, κινούμενο με ταχύτητα 27.000 χιλιομέτρων την ώρα και σε υψόμετρο 540 χιλιομέτρων, το διασημότερο παρατηρητήριο του κόσμου έχει προσφέρει πάνω από 150 terabytes δεδομένων ανυπολόγιστης αξίας, με τουλάχιστον 29.000 αστρονόμους από σαράντα χώρες να έχουν αξιοποιήσει τη μοναδική του ματιά.
Το Hubble, το οποίο εκτοξεύτηκε στις 24 Απριλίου 1990 με το διαστημικό λεωφορείο Discovery, σχεδιάστηκε αρχικά για μια διάρκεια ζωής μόλις δεκαπέντε ετών. Ωστόσο, χάρη σε πέντε περίπλοκες και παράτολμες αποστολές συντήρησης από αστροναύτες —με κορυφαία εκείνη του 1993, όταν διορθώθηκε ένα κατασκευαστικό ελάττωμα στο κύριο κάτοπτρο τοποθετώντας του «γυαλιά» σε τροχιά— το τηλεσκόπιο ξεπέρασε κάθε προσδοκία και διανύει πλέον την τέταρτη δεκαετία προσφοράς του.
Σήμερα, η επιβίωση αυτού του βετεράνου του διαστήματος κρέμεται από μια κλωστή, καθώς μια ειδική ομάδα εργασίας της NASA ζυγίζει δύο εκ διαμέτρου αντίθετες επιλογές για το μέλλον του.
Η πρώτη εναλλακτική προβλέπει την παράταση της αποστολής του έως τη δεκαετία του 2030, γεγονός που απαιτεί την αποστολή ενός σκάφους που θα προσδεθεί στο Hubble και θα το ωθήσει σε μια υψηλότερη, ασφαλέστερη και πιο σταθερή τροχιά.
Η δεύτερη και πιο μελαγχολική επιλογή αφορά μια ρομποτική αποστολή που θα το συλλάβει, θα το αποσυναρμολογήσει και θα το οδηγήσει σε μια ελεγχόμενη πτώση στην الغلاف الجوي, ώστε να καταστραφεί και τα υπολείμματά του να βυθιστούν για πάντα στον πυθμένα κάποιου ωκεανού.
Οι επιστήμονες, ωστόσο, ζητούν επίμονα να μην «αποσυνδεθεί» ακόμα το τηλεσκόπιο, τονίζοντας ότι η συνεισφορά του παραμένει αναντικατάστατη, παρά τη λειτουργία του νεότερου και ισχυρότερου James Webb.
Η αντίληψη ότι το James Webb κατέστησε το Hubble παρωχημένο αποτελεί μια μεγάλη παρανόηση, καθώς τα δύο όργανα συμπληρώνουν το ένα το άλλο σαν τα όργανα μιας ορχήστρας.
Ενώ το James Webb διαθέτει εξαιρετική «ακοή» στις υπέρυθρες συχνότητες, διαπερνώντας την πυκνή κοσμική σκόνη για να συλλάβει τα «βαθιά μπάσα» του σύμπαντος, το Hubble είναι το μοναδικό που μπορεί να διακρίνει το οπτικό και το υπεριώδες φως —τα «βιολιά» και τα «φλάουτα» που εκπέμπονται από τα πιο νεαρά, θερμά και ενεργά άστρα.
Η απώλεια του Hubble θα άφηνε την επιστήμη τυφλή σε αυτές τις συχνότητες, δεδομένου ότι ο πραγματικός διάδοχός του, το Παρατηρητήριο Κατοικήσιμων Κόσμων, δεν αναμένεται να εκτοξευτεί πριν από τη δεκαετία του 2040.
Το Hubble δεν άλλαξε μόνο την επιστημονική μας κατανόηση, αποδεικνύοντας την επιταχυνόμενη διαστολή του σύμπαντος μέσω της σκοτεινής ενέργειας ή αναλύοντας για πρώτη φορά τη χημική σύσταση της ατμόσφαιρας ενός εξωπλανήτη· έφερε την ομορφιά των νεφελωμάτων και των γαλαξιών κοντά στον απλό άνθρωπο, εκδημοκρατίζοντας την επιστήμη.
Με τις αιτήσεις για χρόνο παρατήρησης να ξεπερνούν τη διαθεσιμότητα σε αναλογία έξι προς ένα, το τηλεσκόπιο παραμένει στην εμπροσθοφυλακή της έρευνας, όμως η τελική έκθεση της NASA, που αναμένεται στα τέλη του έτους, θα σφραγίσει οριστικά τη μοίρα του.
