Ανακάλυψη-σοκ: Η πιο αρχαία πανδημία πανώλης εντοπίστηκε σε τάφους παιδιών στη Σιβηρία
Αρχαιότερη ένδειξη πανώλης εντοπίστηκε σε νεολιθικά κοιμητήρια στη νοτιοανατολική Σιβηρία, όπου δεκάδες κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες και τα παιδιά τους είχαν ταφεί. Η ανακάλυψη αυτή ρίχνει νέο φως στην εξάπλωση της θανατηφόρας νόσου χιλιάδες χρόνια πριν από τις γνωστές μεσαιωνικές επιδημίες.
Αρχαίο DNA που συλλέχθηκε από τα λείψανα δείχνει ότι η ασθένεια έπληξε τις αραιές κοινότητες με καταστροφικά κύματα, τα οποία ξεκίνησαν πριν από περίπου 5.500 χρόνια, δύο αιώνες μετά την εμφάνιση του βακτηρίου Yersinia pestis.
Οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες πιθανότατα μολύνθηκαν αφού τεμάχισαν ή κατανάλωσαν ωμά μαρμότες – πρακτική που εξακολουθεί να προκαλεί θανάτους από πανώλη ακόμη και σήμερα. Η νόσος, αφού πέρασε από τα τρωκτικά-φορείς στους ανθρώπους, εξαπλώθηκε γρήγορα, αφανίζοντας οικογένειες και όσους βρίσκονταν σε στενή επαφή.
Η έρευνα λύνει ένα μακροχρόνιο μυστήριο σχετικά με το γιατί τόσα πολλά παιδιά ήταν ανάμεσα στους νεκρούς σε συγκεκριμένο κοιμητήριο, το Ουστ-Ίντα, στις όχθες του ποταμού Ανγκάρα, βορειοδυτικά της λίμνης Βαϊκάλης – της αρχαιότερης και βαθύτερης λίμνης στον κόσμο.
Τα κοινά μνήματα που αποκαλύφθηκαν στο Ουστ-Ίντα περιείχαν κυρίως σκελετούς παιδιών. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες ενδέχεται να είχαν αποκτήσει κάποια ανοσία από προηγούμενη έκθεση στη νόσο, ενώ τα παιδιά ήταν εξαιρετικά ευάλωτα. Τουλάχιστον τα δύο τρίτα των νεκρών σε δύο κοιμητήρια ήταν κάτω των 15 ετών, πολλοί εκ των οποίων είχαν ταφεί μαζί με αδέλφια ή συγγενείς.
«Οι αρχαιολόγοι ήθελαν να δουν αν η ανάλυση αρχαίου DNA θα μπορούσε να ρίξει φως στα γεγονότα, και πράγματι το έκανε», δήλωσε ο Ruairidh Macleod, ερευνητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. «Το αποτέλεσμα ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι πέθαναν από πανώλη ήταν εξαιρετικό και απροσδόκητο. Δεν περιμέναμε να βρούμε κάτι τέτοιο σε προϊστορικούς κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες».
Η διεθνής έρευνα και τα ευρήματα
Η διεθνής ομάδα, με ερευνητές από την Κοπεγχάγη, την Αλμπέρτα, το Κέιμπριτζ και το Λονδίνο, ανέλυσε τον πολφό των δοντιών σκελετών που ανασκάφηκαν από τα κοιμητήρια. Οι τάφοι ήταν τοποθετημένοι παράλληλα με τον ποταμό, με τα κεφάλια των νεκρών να κοιτούν προς τα κατάντη.
Σε 42 σκελετούς κυνηγών-τροφοσυλλεκτών που βρέθηκαν σε τέσσερα κοιμητήρια κατά μήκος του Ανγκάρα, οι 18 (39%) περιείχαν DNA του Y. pestis – ποσοστό υψηλότερο από ορισμένους μεσαιωνικούς λάκκους πανώλης. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι όλοι οι ταφέντες ενδέχεται να είχαν πεθάνει από τη νόσο, καθώς είναι πιθανές ψευδώς αρνητικές ενδείξεις λόγω αποσύνθεσης του DNA.
Σύμφωνα με τη δημοσίευση στο περιοδικό Nature, τα δεδομένα δείχνουν δύο διακριτές επιδημίες: η πρώτη ξεκίνησε πριν από περίπου 5.500 χρόνια και η δεύτερη 400 έως 600 χρόνια αργότερα. Η ανάλυση αποκάλυψε ότι το βακτήριο Y. pestis προήλθε πριν από τουλάχιστον 5.700 χρόνια, εξελισσόμενο από τον πρόγονό του Yersinia pseudotuberculosis, που προκαλεί πυρετό, κοιλιακό πόνο και διάρροια.
Η αρχαιότερη ένδειξη πανώλης στη Βρετανία χρονολογείται πριν από 4.000 χρόνια, με ίχνη του βακτηρίου να εντοπίζονται σε δόντια ανδρών και γυναικών σε ταφές της Εποχής του Χαλκού στο Κάμπρια και το Σόμερσετ.
Η μορφή της νόσου και οι επιπτώσεις
Οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες φαίνεται να προσβλήθηκαν από πνευμονική πανώλη, που πλήττει τους πνεύμονες. Το ίδιο βακτήριο προκαλεί και άλλες μορφές της νόσου – σηψαιμική και βουβωνική πανώλη. Η τελευταία μεταδίδεται μέσω μολυσμένων ψύλλων και ευθύνεται για πανδημίες όπως ο Μαύρος Θάνατος του 14ου αιώνα.
Αν και οι επιστήμονες είχαν αμφιβολίες για το αν οι πρώιμες μορφές της νόσου ήταν θανατηφόρες, το Y. pestis που εντοπίστηκε στα κοιμητήρια της Βαϊκάλης έφερε μια τοξική πρωτεΐνη που προκαλεί ισχυρές ανοσολογικές αντιδράσεις, αυξάνοντας την επικινδυνότητα, ιδίως για τα παιδιά.
Ο καθηγητής μεσαιωνικής ιστορίας Samuel Cohn, από το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης, χαρακτήρισε τα συμπεράσματα «πρωτοποριακά», καθώς εντοπίζουν τόσο πρώιμες επιδημίες σε κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες και όχι σε γεωργικές κοινωνίες. Όπως σημείωσε, απομονωμένες κοινότητες υπέφεραν και αργότερα, κατά τη διάρκεια του Μαύρου Θανάτου, σε περιοχές όπως η Σνοούντονια και η Τοσκάνη.
Οι επιδημίες πανώλης συνδέονται συνήθως με πυκνοκατοικημένες πόλεις του Μεσαίωνα, όμως η έρευνα αποδεικνύει ότι ούτε οι μικρές προϊστορικές κοινότητες ήταν ασφαλείς. «Αυτό έχει απόλυτη λογική», πρόσθεσε ο Macleod. «Οι προϊστορικοί κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες ερχόντουσαν σε επαφή με πολλά άγρια είδη, τα οποία αποτελούν τους κύριους φορείς της νόσου, σε αντίθεση με τα εξημερωμένα ζώα».

