Πολιτική

Ακρίτας Καϊδατζής: Συνταγματική πομφόλυγα η πρόταση για ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού

Οξεία κριτική στην πρόταση της κυβέρνησης για την καθιέρωση ασυμβίβαστου βουλευτή-υπουργού ασκεί ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ, Ακρίτας Καϊδατζής, με συνέντευξη που παραχώρησε στο CNN GREECE. Ο κ. Καϊδατζής διατυπώνει επιφυλάξεις τόσο για την ειλικρίνεια των κυβερνητικών προθέσεων όσο και για την αποτελεσματικότητα της προτεινόμενης ρύθμισης, ως προς την αντιμετώπιση της πολιτικής διαφθοράς, κάνοντας λόγο για «επικοινωνιακό πυροτέχνημα».

Προειδοποιεί, μάλιστα, ότι η προτεινόμενη ρύθμιση θα προκαλέσει «ακόμα μεγαλύτερη συγκέντρωση εξουσίας στον πρωθυπουργό σε ένα «ακραία πρωθυπουργικό σύστημα όπως το ελληνικό». Ακόμη, χαρακτηρίζει προβληματικό να παρουσιάζεται ως παράδειγμα η εφαρμογή του μέτρου του ασυμβίβαστου σε ένα ημιπροεδρικό σύστημα, όπως είναι εκείνο της Γαλλίας. Παράλληλα καταθέτει τη διαφωνία του και για την πρόταση μείωσης του αριθμού των βουλευτών σε 200 και αντιπροτείνει να συζητηθεί η «ριζική πρόταση» για καθιέρωση ορίου δύο θητειών για όλους τους αιρετούς σε οποιαδήποτε θέση του κράτους και της αυτοδιοίκησης.

Συνέντευξη στον Μιχάλη Χατζηκωνσταντίνου

Τι ερείσματα έχει η καθιέρωση ασυμβίβαστου βουλευτή-υπουργού στο Σύνταγμα αλλά και ευρύτερα στη θεωρία του δικαίου;

Σε κοινοβουλευτικά συστήματα, όπως είναι το ελληνικό, το ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού είναι μια παραδοξότητα. Το Σύνταγμα, ορίζοντας στο άρθρο 84 παρ. 7 ότι κατά την ψηφοφορία για πρόταση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας ψηφίζουν οι υπουργοί και υφυπουργοί που είναι μέλη της Βουλής, εκκινεί από την παραδοχή ότι τα μέλη της κυβέρνησης θα είναι κατά κανόνα και βουλευτές. Το Σύνταγμα βεβαίως αποδέχεται τη δυνατότητα διορισμού εξωκοινοβουλευτικών υπουργών. Όμως, από την κοινοβουλευτική αρχή που διέπει το κυβερνητικό μας σύστημα απορρέει ο κανόνας της βουλευτικής ιδιότητας πρωθυπουργού και υπουργών. Η κοινοβουλευτική αρχή επιτάσσει, η κυβέρνηση να εξαρτάται από την πλειοψηφία της Βουλής. Ιστορικά, η συνήθης μορφή εξάρτησης είναι η κυβέρνηση να συγκροτείται, τουλάχιστον κατά πλειοψηφία, από βουλευτές. Η καθιέρωση ασυμβίβαστου βουλευτή-υπουργού δεν είναι θεωρητικά αδιανόητη ούτε απαγορεύεται ρητά από το Σύνταγμα. Όμως, τότε μόνο είναι συνταγματικά επιτρεπτή όταν συνοδεύεται από υποκατάστατα μέτρα για την καθιέρωση εναλλακτικών μορφών εξάρτησης της κυβέρνησης από τη βουλή. Από μόνη της η πρόταση καθιέρωσης του ασυμβίβαστου σε κοινοβουλευτικό σύστημα, χωρίς τη συμπλήρωσή της με τα αναγκαία συνοδευτικά μέτρα, είναι μια συνταγματική ανοησία.

Η κυβέρνηση αναφέρει ότι ο συγκεκριμένος τύπος ασυμβίβαστου που πρότεινε ο πρωθυπουργός εφαρμόζεται ήδη στη Γαλλία. Είναι πράγματι ίδια η ρύθμιση και ποια είναι η θεσμική εμπειρία από την εφαρμογή της;

Θα πρέπει να προσέχουμε να μη συγκρίνουμε μήλα με πορτοκάλια. Να έχουμε κατά νου τη θεμελιώδη διάκριση των αντιπροσωπευτικών συστημάτων. Υπάρχουν, από τη μια, προεδρικά συστήματα, από την άλλη, κοινοβουλευτικά συστήματα και, ενδιάμεσα, τα ημιπροεδρικά. Το απόλυτο ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή είναι δομικό και ανεξαίρετο χαρακτηριστικό των προεδρικών συστημάτων, όπως αυτό της Κύπρου ή των ΗΠΑ, που είναι συστήματα αυστηρής διάκρισης των εξουσιών. Κάποια μορφή, ενίοτε πιο ήπια, ασυμβίβαστου συνηθίζεται επίσης σε ημιπροεδρικά συστήματα, όπως αυτό της Γαλλίας. Αντιθέτως, το ασυμβίβαστο δεν συνηθίζεται σε χώρες με κοινοβουλευτικό σύστημα, ιδίως μάλιστα τύπου Westminster. Δεν υπάρχει ούτε στην πατρίδα του κοινοβουλευτισμού, τη Βρετανία, ούτε στις μεγάλες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Ευρώπης (Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία κλπ.). Κάποιες χώρες έχουν πράγματι πειραματιστεί με την εισαγωγή του ασυμβίβαστου, σε όλες ωστόσο τις περιπτώσεις αυτό υπήρξε μέρος μόνο μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης του κοινοβουλευτικού συστήματος. Ο βαθμός επιτυχίας του θεσμικού αυτού πειραματισμού εξαρτάται από τα συνοδευτικά και υποκατάστατα μέτρα που τον πλαισιώνουν.

Εκτιμάτε ότι η εφαρμογή του ασυμβίβαστου βουλευτή-υπουργού στην Ελλάδα θα είχε λειτουργήσει ανασχετικά σε περιπτώσεις πολιτικής διαφθοράς όπως η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ;

Διαρθρωτικά και διαχρονικά προβλήματα στη λειτουργία του πολιτεύματος δεν μπορούμε να τα συζητάμε με όρους επικοινωνιακού πυροτεχνήματος. Πέραν από αντιπαραγωγικό, είναι και αναξιοπρεπές. Η πολιτική διαφθορά, το μαύρο πολιτικό χρήμα, οι σχέσεις διαπλοκής και οι αθέμιτοι δίαυλοι ιδιωτικού κεφαλαίου και δημόσιου χρήματος (βλ. απευθείας αναθέσεις) είναι πολύ σοβαρά ζητήματα για να τα αντιμετωπίζουμε με όρους πανάκειας. Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Υπάρχει –ή δεν υπάρχει– η πολιτική βούληση να ληφθούν ουσιαστικά μέτρα για την αντιμετώπισή τους. Η συνταγματική πομφόλυγα για το ασυμβίβαστο σίγουρα, και εμφατικά, δεν είναι ένα απ’ αυτά. Αν ο πρωθυπουργός ήθελε πραγματικά να προτείνει κάτι με άμεση αποτελεσματικότητα, προκειμένου ν’ αρχίσουν να αλλάζουν τα πράγματα και ιδίως οι νοοτροπίες, θα μπορούσε απλούστατα να δηλώσει ότι η κοινοβουλευτική ομάδα του θα υπερψηφίσει όλα τα αιτήματα άρσης ασυλίας βουλευτών και όλες τις προτάσεις δίωξης υπουργών όχι μόνο στη δυσώδη υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και σε όλες τις άλλες. Δεν το έκανε. Κι αυτό λέει αρκετά για την ειλικρίνεια των προθέσεών του.

Η πρόταση του πρωθυπουργού δέχθηκε αιτιάσεις ότι ενισχύει περαιτέρω την κυβερνητική εξουσία έναντι της Βουλής. Πώς τοποθετείστε;

Να το πω όσο πιο απλά γίνεται. Πετώντας στο (επικοινωνιακό) τραπέζι την πρόταση για την καθιέρωση ασυμβίβαστου βουλευτή-υπουργού, αποκομμένη από οποιαδήποτε άλλη θεσμική μεταρρύθμιση, ο πρωθυπουργός μάς λέει κατ’ αποτέλεσμα ότι τα ρουσφέτια των βουλευτών θα εξαλειφθούν, αν ο ήδη πανίσχυρος πρωθυπουργός ενισχυθεί ακόμα περισσότερο. Με άλλα λόγια, ο πρωθυπουργός προτείνει την (ακόμα μεγαλύτερη) συγκέντρωση της διαχείρισης του συστήματος ευνοιοκρατίας στο κύκλωμα εξουσίας περί τον ίδιο. Σε ένα ακραία, όπως έχει διαμορφωθεί, πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα προτείνει τη συγκέντρωση ακόμα μεγαλύτερης εξουσίας στον πρωθυπουργό. Αυτό δηλαδή που στη Βρετανία, όπου έχουν παράδοση αιώνων στον κοινοβουλευτισμό, αποκαλούν ‘εκλεγμένη δικτατορία’ (elective dictatorship). Το ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού δεν είναι καινούργια ιδέα στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Είχε γίνει δεκτό στο προσυνέδριο του κόμματος το 2000 και περιλήφθηκε στις προτάσεις συνταγματικής αναθεώρησης το 2011 και το 2014. Ένθερμος υποστηρικτής του υπήρξε το ιστορικό στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας Ιωάννης Βαρβιτσιώτης. Σε όλες όμως αυτές τις περιπτώσεις, η πρόταση ήταν ενταγμένη σε ένα ευρύτερο πλαίσιο θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Αυτή είναι η πρώτη φορά που η πρόταση ευτελίζεται σε επικοινωνιακό αντιπερισπασμό αποκομμένη από οποιαδήποτε θεσμική πλαισίωση.

Πώς αξιολογείτε την έτερη προαναγγελία της κυβέρνησης για μείωση του όλου αριθμού των βουλευτών σύμφωνα με το Σύνταγμα;

Θεωρώ, επί της αρχής, μη σοβαρή και ανάξια σχολιασμού κάθε (δήθεν) ‘πρόταση’ που υποβάλλεται χωρίς επεξεργασία, αποκομμένη από κάθε θεσμικό και συνταγματικό πλαίσιο και, επομένως, για λόγους αποκλειστικά επικοινωνιακούς. Αν έχουμε ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και μια κυβερνητική εξουσία που βλέπει το κράτος ως λάφυρο, δεν έχει καμιά απολύτως σημασία αν οι βουλευτές είναι τριακόσιοι ή διακόσιοι. Μεγάλης έκτασης και έντασης προβλήματα απαιτούν ριζικές λύσεις. Γιατί το πολιτικό σύστημα –όχι μόνον η πλειοψηφία, αλλά και η υπνώττουσα αντιπολίτευση– διστάζει να θέσει το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων; Γιατί απουσιάζουν από το δημόσιο διάλογο ουσιαστικές και πραγματικά αποτελεσματικές, δηλαδή ριζικές, προτάσεις; Να ξεκινήσω με την, κατά τη γνώμη μου, πρώτη που θα έπρεπε να συζητιέται: Όριο δύο θητειών για όλους τους αιρετούς σε οποιαδήποτε θέση του κράτους και της αυτοδιοίκησης.

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button