Ο Γιώργος Κορρές στο «κλειστό» κλαμπ των Ελλήνων επιχειρηματιών που πήραν πίσω τις εταιρείες τους

Με μία ανακοίνωση λίγων γραμμών από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, την περασμένη εβδομάδα, έγινε γνωστό ότι ο Γιώργος Κορρές ανακτά τον έλεγχο της εταιρείας που δημιούργησε πριν από τριάντα χρόνια σε συνεργασία με την Halcyon Equity Partners.
Μέσα από αυτή την κίνηση ο δραστήριος και δημιουργικός φαρμακοποιός εισέρχεται σε ένα περιορισμένο κλαμπ Ελλήνων επιχειρηματιών που ενώ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχασαν τον έλεγχο των εταιρειών που είχαν δημιουργήσει ή ηγούνταν, επέστρεψαν μετά από χρόνια μόνοι τους ή με την βοήθεια κάποιου «λευκού ιππότη» στο τιμόνι του οδηγού.
Το ΜΙΝΙΟΝ του Γιάννη Γεωργακά
Στο κλαμπ αυτό επίτιμος πρόεδρος δεν είναι άλλος από τον Γιάννη Γεωργακά, τον άνθρωπο που σχεδόν εκατό χρόνια μετά κρατάει ακόμη ζωντανό το όνομα του δημιουργήματος του, του ΜΙΝΙΟΝ. Μετά την καταστροφική πυρκαγιά της 19ης Δεκεμβρίου 1980 το MINION δεν κατάφερε να βρει τα πατήματα του με αποτέλεσμα η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου να το κρατικοποιήσει το 1983 ως «προβληματική επιχείρηση».
Το 1991, όταν είχε αλλάξει το πολιτικό σκηνικό, ο Γιάννης Γεωργακάς και ομάδα επενδυτών θα αγοράσει ξανά το ΜΙΝΙΟΝ από το κράτος καθώς έδωσε το υψηλότερο τίμημα στον δημόσιο διαγωνισμό που πραγματοποιήθηκε. Ο ίδιος θα αποχωρούσε έναν χρόνο αργότερα, σε ηλικία 79 ετών, πουλώντας το μερίδιο του, πολύ πριν το ΜΙΝΙΟΝ βάλει οριστικά λουκέτο το 1998. Κατάφερε όμως να καταγραφεί στην σύγχρονη επιχειρηματική ιστορία ωςo μόνος εμβληματικός Έλληνας επιχειρηματίας που κατάφερε να πάρει πίσω της εταιρεία του από το Ελληνικό Δημόσιο.
Παπαδοπούλου και ΙΟΝ vs Danone και Nabisco
Την ίδια περίοδο, στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 μία σειρά από ελληνικές επιχειρήσεις δέχεται «επίθεση» από πολυεθνικές οι οποίες αν δεν τις εξαγόραζαν πλήρως τοποθετούνταν στρατηγικά με πλειοψηφικά ή μειοψηφικά ποσοστά. Δύο τέτοιες περιπτώσεις ήταν οι ιστορικές «Μπισκότα Παπαδοπούλου» και οι σοκολάτες «ΙΟΝ».
Στην πρώτη, η γαλλική Danone, η οποία τότε κυριαρχούσε στην Ευρώπη με τα μπισκότα LU (σ.σ. η δραστηριότητα πουλήθηκε το 2007 στην Mondelez) απέκτησε σταδιακά από το 1991 έως το 1995 το 60% της εμβληματικής ελληνικής μπισκοτοβιομηχανίας. Το 1995 όμως ήταν και η χρονιά που τα ηνία θα περνούσαν στην κόρη του ιδρυτή Ευάγγελου Παπαδόπουλου, Ιωάννα. Μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις, το 2007 η Ιωάννα Παπαδοπούλου κατάφερε να πάρει πίσω το ποσοστό και να ελέγχει έως και σήμερα η οικογένεια το 100% της εταιρείας. Σύμφωνα με πληροφορίες της εποχής το αντίτιμο ανήλθε σε 105 εκατ. ευρώ και η συναλλαγή χρηματοδοτήθηκε με τραπεζικό δανεισμό.
Στην περίπτωση της ΙΟΝ η ιστορία ξεκινάει στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 όταν ένας μέτοχος που δεν άνηκε στον στενό κύκλο των οικογενειών Κωτσιόπουλου και Καρκαζή πούλησε το 24,5% της μεγαλύτερης ελληνικής σοκολατοβιομηχανίας το 1988 στην αμερικανική Nabisco, έναν κολοσσό που εκτείνονταν από τα τσιγάρα (σ.σ. τότε συνεργάζονταν με την Καρέλιας για την παραγωγή των Camel στην Ελλάδα) μέχρι τα τρόφιμα.
Η κατάσταση έγινε ακόμη χειρότερη καθώς στην συνέχεια ο κλάδος τροφίμων της Nabisco εξαγοράστηκε από την Kraft, η οποία είχε αποκτήσει νωρίτερα την πλειοψηφία στην εδώ ανταγωνίστρια της ΙΟΝ, Παυλίδης. Κοινώς ο ανταγωνιστής τους θα είχε δυνατότητα μέσα από τα Διοικητικά Συμβούλια να ενημερώνεται για τα σχέδια και τα νέα προϊόντα της εταιρείας. Πέρασε μία δύσκολη δεκαετία και για τις δύο πλευρές όπου ουσιαστικά οι Αμερικανοί είχαν αποκλειστεί από κάθε όργανο της εταιρείας με αποτέλεσμα να «παραδεχθούν την ήττα τους» και με ένα γερό τίμημα να επιστρέψουν στους Έλληνες βασικούς μετόχους το μειοψηφικό ποσοστό της ΙΟΝ.
Η Chipita του Σπύρου Θεοδωρόπουλου και η ΜΕΒΓΑΛ της οικογένειας Χατζάκου
Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος, σήμερα επικεφαλής της Bespoke SGA και η Μαίρη Χατζάκου συνδέονται με μία επιχειρηματική φιλία δεκαετιών. Ποτέ και δύο τους δεν υπήρξαν κάτοχοι του 100% των εταιρειών που ηγούνταν αλλά στην επιχειρηματική τους πορεία «κατάφεραν» να χάσουν και να ξανακερδίσουν τις εταιρείες τους.
Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος μετά την απορρόφηση της Chipita από την Vivartia το 2006 ηγήθηκε για ένα διάστημα του κοινού σχήματος που περιελάμβανε εταιρείες όπως Δέλτα Γάλακτος, Μπαρμπα Στάθη, όμιλο Goody’s και Chipita, όμως το 2010 και ενώ το σχήμα είχε περιέλθει στην MIG του Ανδρέα Βγενόπουλου, με σύμμαχο τον σαουδαραβικό όμιλο Olayan εξαγόρασαν έναντι 400 εκατ. ευρώ την δραστηριότητα της Chipita την οποία πούλησαν έναντι 2 δις. δολαρίων το 2021 στην Mondelez.
H περίπτωση της ΜΕΒΓΑΛ είναι πολύ πιο πολύπλοκη καθώς μετοχικά συνυπήρχαν τρεις οικογένειες και η ΔΕΛΤΑ με μειοψηφικό ποσοστό. Για μία περίπου δεκαετία από το 2006 έως το 2016 οι οικογένειες Παπαδάκη και Χατζηθεοδώρου είχαν συνασπιστεί και αποπέμψει την Μαίρη Χατζάκου από το τιμόνι της γαλακτοβιομηχανίας. Μετά από περιπέτειες, συμμαχίες και μετοχές που άλλαζαν στρατόπεδα η Μαίρη Χατζάκου με σύμμαχο την ρευστότητα που είχε αποκτήσει ο φίλος της Σπύρος Θεοδωρόπουλος από την πώληση της Chipita, επανέκτησε στις αρχές της δεκαετίες οριστικά τον έλεγχο της γαλακτοβιομηχανίας που είχε δημιουργήσει ο πατέρας της.
Τα παιδιά του Skroutz που δεν τίμησαν αρχικά το όνομα του «θείου»
Ο θείος Σκρούτζ, αυτόν που γνωρίσαμε μέσα από τα Μίκυ Μάους, ήταν πάντοτε σκληρός στις διαπραγματεύσεις του και δεν ήθελε να χάνει ούτε σεντ. Σε αντίθεση οι ιδρυτές της ομώνυμης πλατφόρμας πούλησαν σχεδόν τζάμπα, έναντι μόλις 300.00 ευρώ το 2006, ένα χρόνο μετά από την δημιουργία της εταιρείας το 50% των μετοχών της στην Dionic.
Αν και αρχικά τα σχέδια για την συνεργασία ήταν ιδιαίτερα ψηλά οι δύο πλευρές δεν κατάφεραν να έρθουν κοντά. Μάλιστα ακολουθούσαν αντίθετη πορεία, η Skroutz γιγαντώνονταν ενώ η Dionic αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά προβλήματα. Η χρυσή τομή που απελευθέρωσε του αρχικούς μετόχους της Skroutz βρέθηκε τον Φεβρουάριο του 2018 όταν μετά από πιέσεις των τραπεζών η Dionic δέχτηκε να πουλήσει πίσω στους Αυγουστίδη, Δήμου και Χατζηγεωργίου το 50% έναντι 10.001.000 ευρώ. Με την Blackstone να διαθέτει 635 εκατ. ευρώ για την πλειοψηφία των μετοχών, τον περασμένο Μάιο η αξία της εταιρείας απογειώθηκε μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.
Η «Παλίρροια» δικαιολογεί το όνομα της
Το 2019 η VNK Capital στην οποία ηγείται ο Βασίλης Κάτσος απέκτησε το 36% της Παλίρροια Σουλιώτης με στόχο την ενίσχυση της εξωστρέφειας. Έχοντας περάσει περίπου 7 χρόνια, χρόνος που τα περισσότερα επενδυτικά κεφάλαια προχωρούν σε αποεπένδυση, εξετάστηκε το σενάριο πώλησης της εταιρείας σε ξένο fund με την αποτίμηση να προσεγγίζει τα 250 εκατ. ευρώ.
Με τις δύο πλευρές να διατηρούν άριστες σχέσεις καθ’ όλη την διάρκεια της συνεργασίας ο Κώστας Σουλιώτης έκανε πρόταση να επαναγοράσει ο ίδιος το 36% των μετοχών ώστε η εταιρεία να ξαναγίνει πλήρως οικογενειακή. Εκτός απροόπτου η διαδικασία αναμένεται να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος του 2026.
Έξοδοι από το Χρηματιστήριο
Δεν είναι λίγες οι εταιρείες οι οποίες μετά από δεύτερες σκέψεις και υπό ευνοϊκές συνθήκες τις περισσότερες φορές «ζύγισαν» τις καταστάσεις και αποφάσισαν να επαναγοράσουν τις μετοχές τους που είχαν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο. Στο κλαμπ αυτό μεταξύ των άλλων είναι η οικογένεια Γεωργάτου (Γρηγόρης Μικρογεύματα), οικογένεια Γεράρδου (Πλαίσιο), οικογένεια Σαράντη (Ακρίτας), Μύλοι Κεπενού, Κορρές, Κυριακούλης, Καρατζής κ.α.



