Το κυβερνητικό «καλιμπράρισμα», το «μπουκέτο» και ο Ερντογάν

Εάν κάτι έγινε σαφές από τη χθεσινή τοποθέτηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή για τη συνταγματική αναθεώρηση, ήταν η προσπάθειά του να επιστρέψει η πολιτική αντιπαράθεση στο πολεμοπέδιο το οποίο βολεύει την κυβέρνηση, με διλήμματα που η ίδια επιλέγει και δεν προκύπτουν άναρχα, δίνοντας λαβές στην αντιπολίτευση για κριτική και θολώνοντας το μήνυμα του Μαξίμου.
Χαρακτηριστική ήταν η αντιπαράθεση που ξέσπασε εδώ και μέρες για τις δηλώσεις του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη περί ενδεχόμενου «ντου» των Τούρκων σε περίπτωση ακυβερνησίας. Μπορεί η Βουλή να έγινε άνω κάτω, αλλά εν τέλει ο Πρωθυπουργός επιχείρησε να αλλάξει το αντιπολιτευτικό αφήγημα και να κατηγορήσει τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη πως υιοθετεί εθνικά επικίνδυνες θέσεις.
Με τον Γ. Φλωρίδη στο πλευρό του, έχοντας ανακοινώσει στο ενδιάμεσο την υποψηφιότητα του στη Θεσσαλονίκη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κλείνει τη συζήτηση και αντ’ αυτού καλεί τον κ. Ανδρουλάκη να πει αν θεωρεί στα αλήθεια ότι η κυβέρνηση επιλέγει να αυξήσει την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις για να έχει κομματικά οφέλη.
«Πιστεύετε πραγματικά ότι μία υπεύθυνη κυβέρνηση θα μπορούσε ποτέ να ασκεί μία μακροπρόθεσμη εξωτερική πολιτική και να θέσει σε κίνδυνο, ενδεχομένως, τα εθνικά συμφέροντα της χώρας, μόνο και μόνο επειδή σε κάποιους μήνες από τώρα θα έχουμε εκλογές; Αν αυτό πιστεύετε, κ. Ανδρουλάκη, οφείλετε να το πείτε και να το δηλώσετε ξεκάθαρα» δήλωσε ο Πρωθυπουργός επιχειρώντας και πάλι να συγκεντρώσει τα κυβερνητικά πυρά στον βασικό στόχο της αποδόμησης Ανδρουλάκη.
Το «μπουκέτο» και ο Ερντογάν
Είναι χαρακτηριστικό πως Φλωρίδης και Μητσοτάκης κάθισαν δίπλα δίπλα στα Κυβερνητικά έδρανα, με την μόνη αναφορά του Πρωθυπουργού προς τον Υπ. δικαιοσύνης να περιορίζεται στο ότι ο κ. Ανδρουλάκης θα έπρεπε να του στείλει ανθοδέσμη για την δωρεάν διαφήμιση.
Έτσι η επίθεση Ανδρουλάκη με το δίλημμα «Μητσοτάκης ή Ερντογάν», ορμώμενος από τις δηλώσεις Φλωρίδη, μεταμορφώνεται από το γαλάζιο επιτελείο σε αυτό που θεωρούν πως τους συμφέρει. Στην απευθείας σύγκριση αρχηγών, μία ανάλυση βασισμένη στα ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων διαχρονικά.
«Είπατε ότι το δίλημμα στις επόμενες εκλογές είναι «Μητσοτάκης ή Erdoğan». Όχι, κ. Ανδρουλάκη, το δίλημμα στις επόμενες εκλογές είναι Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης, Μητσοτάκης ή Τσίπρας, Μητσοτάκης ή Κωνσταντοπούλου, Μητσοτάκης ή Βελόπουλος. Μπορεί να σας ενοχλεί αυτό το δίλημμα, να μη σας κάνει να αισθάνεστε πολύ βολικά, αλλά αυτό είναι το δίλημμα των επόμενων εκλογών» δήλωσε ο Πρωθυπουργός.
Είναι χαρακτηριστικό πως στην τελευταία έρευνα της Opinion Poll στο ερώτημα για το ποιον πολιτικό αρχηγό εμπιστεύονται περισσότερο οι πολίτες για τη διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 37,2%, ο Αλέξης Τσίπρας 12,2% και ο Νίκος Ανδρουλάκης 7,2%.
Στην αυθόρμητη απάντηση για το ποιον θεωρούν καταλληλότερο για Πρωθυπουργό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 27,9%, ο Αλέξης Τσίπρας 13,9% και ο Νίκος Ανδρουλάκης 7,4%.
Επιστροφή στην κοστολόγηση
Και φυσικά η Κυβέρνηση θέλει να επιστρέψει στην κοστολόγηση των προγραμμάτων της ΔΕΘ και στην άποψή της πως διαθέτει το πιο ισχυρό «διαβατήριο αξιοπιστίας» το οποίο θα την αφήσει να «ταξιδέψει» προς μία τρίτη θητεία.
«Και 13ο μισθό; Πάρε και 13ο μισθό. Και 13η σύνταξη; Πάρε και 13η σύνταξη. Και νέο ΕΚΑΣ; Πάρε και νέο ΕΚΑΣ. Και μείωση του ΦΠΑ. Και εξαγορά των κόκκινων δανείων» είπε απευθυνόμενος στον κ. Ανδρουλάκη τον οποίο εξίσωσε με τον Αλ. Τσίπρα ο Πρωθυπουργός.
Αυτό είναι ένα πολεμοπέδιο στο οποίο η Κυβέρνηση θεωρεί ότι έχει πλεονέκτημα. Στην έρευνα της Opinion στην ερώτηση για το ποιον εμπιστεύονται οι πολίτες περισσότερο να υλοποιήσει τις προγραμματικές του δηλώσεις για την οικονομία και τις δεσμεύσεις για παροχές, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεντρώνει 31,5%, ο Αλέξης Τσίπρας 15%, ο Νίκος Ανδρουλάκης 10%, άλλος 4,7%, ενώ το 35,1% απαντά «κανένας» και το 3,6% δεν γνωρίζει ή δεν απαντά.
Βέβαια όσον αφορά στο σχέδιο που παρουσίασε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Δ.Ε.Θ. για το μέλλον της χώρας και τα οικονομικά μέτρα, το 11,3% δηλώνει ότι ικανοποιήθηκε «πολύ», το 18,3% «αρκετά» (σύνολο 29.6%) , το 19% «λίγο» και το 45,6% «καθόλου».



