Πράσινο φως από τις ΗΠΑ σε νέα θεραπεία για τη ΔΕΠΥ: Πώς μπορεί να βοηθήσει παιδιά και ενηλίκους
Μια νέα θεραπευτική επιλογή προστίθεται στη φαρμακευτική αντιμετώπιση της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), μετά την έγκριση από τον αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) της centanafadine για παιδιά ηλικίας 6 ετών και άνω, με βάρος τουλάχιστον 20 κιλά, καθώς και για ενήλικες.
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της νέας θεραπείας βρίσκεται στον διαφορετικό μηχανισμό δράσης της. Η centanafadine αναστέλλει την επαναπρόσληψη τριών νευροδιαβιβαστών —της νοραδρεναλίνης, της ντοπαμίνης και της σεροτονίνης— και αποτελεί την πρώτη θεραπεία της κατηγορίας των NDSRI που λαμβάνει ειδική έγκριση για τη ΔΕΠΥ.
Η απόφαση του FDA βασίστηκε σε δεδομένα από τέσσερις μελέτες φάσης 3 σε παιδιά, εφήβους και ενηλίκους.
Στις παιδιατρικές και εφηβικές μελέτες, η υψηλότερη δόση της centanafadine συνδέθηκε με στατιστικά σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων μετά από έξι εβδομάδες θεραπείας σε σύγκριση με placebo. Στους ενήλικες, τόσο η δόση των 200 mg όσο και εκείνη των 400 mg παρουσίασαν σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων.
Διαβάστε ακόμα: Έχεις ΔΕΠΥ; Τότε ο εγκέφαλός σου είναι πιθανότατα πιο δημιουργικός – Μάθε γιατί
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ευρήματα σχετικά με την καθημερινή λειτουργικότητα.
Αναλύσεις των δεδομένων έδειξαν βελτιώσεις σε πτυχές των εκτελεστικών λειτουργιών, όπως ο προγραμματισμός, η διαχείριση του χρόνου, η ιεράρχηση προτεραιοτήτων, η ολοκλήρωση εργασιών και η μνήμη εργασίας.
Πρόκειται για τομείς που συχνά επηρεάζονται σημαντικά από τη ΔΕΠΥ, πέρα από τα κλασικά συμπτώματα της απροσεξίας και της υπερκινητικότητας.
Όσον αφορά την ασφάλεια, στις συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνονταν η μειωμένη όρεξη, η ναυτία, η κεφαλαλγία και το εξάνθημα στα παιδιά και τους εφήβους, ενώ στους ενήλικες αναφέρθηκαν κυρίως μειωμένη όρεξη και κεφαλαλγία.
Η centanafadine δεν αποτελεί «θεραπεία για όλους», αλλά μια ακόμη επιλογή σε μια ιδιαίτερα ετερογενή διαταραχή.
Η αξία της νέας θεραπείας θα κριθεί πλέον και από την εμπειρία της ευρείας κλινικής χρήσης, τη μακροχρόνια αποτελεσματικότητα και ασφάλειά της και από το ποιοι ασθενείς θα ωφεληθούν περισσότερο από τον διαφορετικό μηχανισμό δράσης της.


