Uncategorized

 Άνθρωποι και ποντίκια αποκαλύπτουν την αλήθεια του Προυστ – To πείραμα που επιβεβαίωσε το έργο του

Υπάρχει μια σκηνή στην παγκόσμια λογοτεχνία που έχει διαβαστεί τόσες φορές, από τόσους αναγνώστες που ποτέ δεν ολοκλήρωσαν το έργο, ώστε να έχει αποσπαστεί εντελώς από τα συμφραζόμενά της: ο αφηγητής του Προυστ στον πρώτο τόμο του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» βυθίζει ένα κομμάτι μαντλέν σε τσάι, το φέρνει στα χείλη του, και ξαφνικά -χωρίς καμία λογική διαμεσολάβηση, χωρίς καμία εκούσια προσπάθεια- αναδύεται ένας από τους πιο εμβληματικούς τόπους στην παγκόσμια λογοτεχνία, η (φανταστική) πόλη Κομπρέ της παιδικής του ηλικίας. Ο ίδιος ο Προυστ ονόμασε το φαινόμενο «ακούσια μνήμη», και του αφιέρωσε επτά τόμους προσπαθώντας να καταλάβει γιατί ο χρόνος, όταν χάνεται, δεν χάνεται εντελώς· κρύβεται, περιμένει μια γεύση ή μια οσμή να τον ξυπνήσει.

Πάνω από έναν αιώνα μετά, μια ομάδα νευροεπιστημόνων στη Λυών αποφάσισε να βάλει στο μικροσκόπιο αυτό που ο Προυστ έγραψε ως αποτέλεσμα της  λογοτεχνικής του διαίσθησης.  Το ερώτημα που έθεσαν είναι, στην ουσία, το ίδιο ερώτημα που έθετε κι εκείνος: γιατί κάποιες μυρωδιές της παιδικής μας ηλικίας εγγράφονται στη μνήμη με τέτοια ένταση ώστε να μας συνοδεύουν μια ζωή, ενώ οι περισσότερες χάνονται χωρίς το ελάχιστο ίχνος;

Η Ναταλί Μαντερόν, από το Ερευνητικό Κέντρο Νευροεπιστήμης της Λυών, και η ομάδα της στο γαλλικό CNRS δημοσίευσαν στην επιθεώρηση PLOS Biology μια μελέτη, η οποία για να καταλήξει στα συμπεράσματα της αξιοποίησε υλικό από δύο εντελώς διαφορετικές ομάδες: μία ανθρώπων και μία ποντικιών. Για την ακρίβεια χρησιμοποίησε τις απαντήσεις που έδωσαν σε ερωτηματολόγια περισσότεροι από 600 ανθρώπους για τις πρώτες τους οσφρητικές αναμνήσεις, και τα αποτελέσματα πειράματων σε 272 νεαρά ποντίκια επειδή το οσφρητικό τους σύστημα προσομοιάζει αρκετά με το ανθρώπινο ώστε να λειτουργήσει ως μοντέλο. Η μελέτη αφορά συγκεκριμένα την όσφρηση, όχι τη γεύση καθαυτή – μια διάκριση φαινομενικά τεχνική, που όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με τη σκηνή της μαντλέν: μεγάλο μέρος αυτού που αντιλαμβανόμαστε ως «γεύση» είναι στην πραγματικότητα οσμή, η οποία ανεβαίνει από τον φάρυγγα στη μύτη καθώς μασάμε.

Το πείραμα ήταν εξαιρετικά απλό. Νεαρά ποντίκια, ηλικίας 23 έως 30 ημερών – η αντίστοιχη, θα λέγαμε, προεφηβική για τον άνθρωπο-  εκτέθηκαν σε μια ευχάριστη οσμή, σιτρονέλα, μέσα σε ένα περιβάλλον πλούσιο σε ερεθίσματα: παιχνίδια, τροφή, συντροφιά. Τα τρωκτικά εξέφραζαν την ικανοποίησή τους με τσιριχτά ηχητικά σήματα. Όταν ενηλικιώθηκαν, ανάμεσα στις 60 και τις 80 ημέρες ζωής, αναζήτησαν ξανά εκείνη τη μυρωδιά με σαφή προτίμηση, σαν να αναγνώριζαν κάτι σε αυτή. Ποντίκια που δεν είχαν ζήσει την ίδια εμπειρία σε νεαρή ηλικία έμειναν αδιάφορα μπροστά στην ίδια οσμή αργότερα, καθώς η ανάμνηση, όπως και στους ανθρώπους, χρειάζεται πρώτα να χτιστεί, με επανάληψη, μέσα στα πρώτα χρόνια της ζωής.

Το σημείο όπου η επιστήμη ξεπερνά τη λογοτεχνία είναι η ανατομία. Εξετάζοντας τον εγκέφαλο των ζώων, οι ερευνητές εντόπισαν στον οσφρητικό βολβό μια κατηγορία νευρώνων με ασυνήθιστη βιογραφία: δεν γεννιούνται, όπως οι περισσότεροι νευρώνες, τη στιγμή της γέννησης του ατόμου, αλλά αργότερα. Και, το πιο αξιοσημείωτο; Επιβιώνουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Αυτοί ακριβώς οι όψιμοι νευρώνες φαίνεται να λειτουργούν σαν φύλακες της πρώιμης οσφρητικής μνήμης.

Με τον καιρό, όμως, η μνήμη δεν μένει εκεί όπου γεννήθηκε. Μετατοπίζεται σταδιακά από τον οσφρητικό βολβό προς το το συναισθηματικό κέντρο του εγκεφάλου. Πρόκειται για μια μετακίνηση που θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί οι μυρωδιές της παιδικής ηλικίας, όσο μεγαλώνουμε, δεν φέρνουν απλώς μια εικόνα αλλά ένα κύμα συγκίνησης, νοσταλγίας και κάποιες φορές πένθους για τον χαμένο χρόνο. Η Ναταλί Μαντερόν παρατηρεί πως, ενώ γνωρίζαμε από καιρό ότι ο άνθρωπος φέρει οσφρητικές αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία, αγνοούσαμε σχεδόν τα πάντα για τον νευρωνικό τους θεμέλιο λίθο και για τον λόγο που, ανάμεσα σε αμέτρητες οσμές που συναντά ένα παιδί, μόνο ελάχιστες επιλέγονται να επιζήσουν στη μνήμη μιας ολόκληρης ζωής.

Ο Προυστ, βέβαια, δεν χρειαζόταν εργαστήριο για να το ξέρει αυτό· το είχε ήδη γράψει, με άλλα εργαλεία, στο τελευταίο μέρος του πρώτου τόμου, εκεί όπου μιλά για όσα επιμένουν να υπάρχουν όταν όλα τα άλλα -οι άνθρωποι και τα πράγματα – έχουν χαθεί: η γεύση και η οσμή, έλεγε, είναι ό,τι πιο εύθραυστο αλλά και πιο επίμονο, πιο άυλο αλλά και πιο πιστό. Η νευροεπιστήμη σήμερα εξηγεί πως λειτουργεί αυτή η σχέση οσμής και μνήμης και εντοπίζει τη θέση της στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Πρόκειται για νευρώνες που δημιουργούνται μετά τη γέννηση, ζουν όσο ο άνθρωπος που τους φέρει, και κάποια μέρα, χρόνια αργότερα, ξυπνούν με αφορμή μια μυρωδιά που δεν περιμέναμε.

YouTube thumbnail

Τελευταία Νέα

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button