Υγεία

Οι 4 στους 10 δεν αντέχουν να διαβάζουν κακές ειδήσεις το πρωί

Ξυπνάμε, απλώνουμε το χέρι στο κινητό και πριν καλά καλά σηκωθούμε από το κρεβάτι, ο κόσμος έχει ήδη «μπει» στο δωμάτιο: Πόλεμοι, οικονομική ανασφάλεια, φυσικές καταστροφές, βία, πολιτικές εντάσεις, ανθρώπινες τραγωδίες. Για πολλούς, η ενημέρωση δεν μοιάζει πια με ανάγκη, αλλά με ένα βάρος που αρχίζει από το πρώτο λεπτό της ημέρας.

Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν να μην παρακολουθούν τις ειδήσεις το πρωί. Όχι επειδή δεν συμβαίνει τίποτα, αλλά επειδή συμβαίνουν πάρα πολλά. Όπως περιγράφει στο The Conversation ο Ali Jasemi, λέκτορας Ψυχολογίας στο Wilfrid Laurier University, η εμπειρία αυτή θυμίζει σε πολλούς το να στέκεσαι κάτω από έναν διαρκή «καταρράκτη» κακών ειδήσεων.

Σύμφωνα με το Reuters Institute’s 2025 Digital News Report, το 69% των Καναδών αποφεύγει πλέον τουλάχιστον περιστασιακά τις ειδήσεις. Σε παγκόσμιο επίπεδο, το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 40%, το υψηλότερο που έχει καταγραφεί ποτέ. Οι λόγοι που αναφέρουν οι ίδιοι οι πολίτες είναι παρόμοιοι: Οι ειδήσεις τούς χαλούν τη διάθεση, τους κάνουν να αισθάνονται καταβεβλημένοι και τους αφήνουν με την αίσθηση ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα.

Μηχανισμός επιβίωσης

Ο Ali Jasemi υποστηρίζει ότι η κόπωση από τις ειδήσεις δεν είναι τεμπελιά, αδυναμία ή αδιαφορία για τα κοινά. Είναι, όπως εξηγεί, η προβλέψιμη αντίδραση ενός εγκεφάλου που βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα περιβάλλον για το οποίο δεν σχεδιάστηκε ποτέ.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει εξελιχθεί ώστε να εντοπίζει απειλές. Πολύ πριν από τα smartphones και τα μέσα ενημέρωσης, η επιβίωση εξαρτιόταν από την ικανότητα του ανθρώπου να αντιδρά γρήγορα σε έναν πιθανό κίνδυνο. Ένας θόρυβος στο χορτάρι μπορούσε να σημαίνει απειλή. Η προσοχή στο αρνητικό ήταν μηχανισμός επιβίωσης.

Αυτό είναι που οι ψυχολόγοι αποκαλούν «αρνητική προκατάληψη»: Ο νους δίνει μεγαλύτερο βάρος στις αρνητικές πληροφορίες, τις προσέχει πιο γρήγορα και τις θυμάται περισσότερο. Το πρόβλημα είναι ότι ο εγκέφαλος παραμένει ο ίδιος, αλλά ο κόσμος που καλείται να παρακολουθήσει έχει αλλάξει ριζικά.

Για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, οι απειλές ήταν τοπικές: Μία ασθένεια στην κοινότητα, μία ξηρασία, μία σύγκρουση κοντά στο σπίτι. Σήμερα, το ίδιο νευρικό σύστημα καλείται να επεξεργαστεί έναν πόλεμο σε μία περιοχή του πλανήτη, μία οικονομική κρίση σε άλλη, μία κλιματική καταστροφή σε τρίτη και ένα βίαιο έγκλημα σε τέταρτη, όλα πριν από το μεσημέρι.

Προβληματική κατανάλωση ειδήσεων

Έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Nature Human Behaviour ανέλυσε περισσότερους από 105.000 πραγματικούς τίτλους ειδήσεων, οι οποίοι προβλήθηκαν σχεδόν έξι εκατομμύρια φορές. Το εύρημα ήταν σαφές: Κάθε επιπλέον αρνητική λέξη αύξανε την πιθανότητα να κάνει κάποιος κλικ, ενώ οι θετικές λέξεις είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα.

Άλλες πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο εμφανίζουν εντονότερες σωματικές αντιδράσεις στις αρνητικές ειδήσεις σε σύγκριση με τις θετικές. Με άλλα λόγια, το σώμα αντιδρά πριν ακόμη ο νους αποφασίσει αν η απειλή αφορά πραγματικά τον άνθρωπο που τη διαβάζει.

Οι ερευνητές έχουν μάλιστα περιγράψει το φαινόμενο ως «προβληματική κατανάλωση ειδήσεων,  ένα μοτίβο κατά το οποίο η ενημέρωση οδηγεί σε υπεραπασχόληση, συναισθηματική απορρύθμιση και διατάραξη της καθημερινής λειτουργικότητας. Σε μελέτη του 2022, το 17% των ενηλίκων στις ΗΠΑ εμφάνιζε σοβαρά επίπεδα αυτού του φαινομένου. Από αυτούς, το 61% δήλωνε ότι αισθανόταν αρκετά ή πολύ άσχημα, έναντι μόλις 6% όσων δεν παρουσίαζαν τέτοιο μοτίβο.

Η κόπωση από τις ειδήσεις μπορεί να είναι ακόμη πιο βαριά για μειονοτικές ομάδες και κοινότητες που βλέπουν συχνά ειδήσεις για ανθρώπους με τους οποίους ταυτίζονται. Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε βία ή αδικία που αφορά τη δική τους ομάδα μπορεί να έχει σημαντικό ψυχολογικό κόστος.

Η λύση, ωστόσο, δεν είναι η πλήρης αποφυγή. Μία δημοκρατία χρειάζεται ενημερωμένους πολίτες. Επιπλέον, πολλοί ενήλικες αναφέρουν ήδη την παραπληροφόρηση ως σημαντική πηγή στρες. Η απομάκρυνση από αξιόπιστες και έγκυρες πληροφορίες μπορεί τελικά να επιδεινώσει το πρόβλημα.

Η απάντηση, όπως αναφέρει ο Ali Jasemi, βρίσκεται περισσότερο στη διαχείριση της κατανάλωσης και των πηγών. Η ενημέρωση μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια μπορεί να μειώσει την αίσθηση υπερφόρτωσης. Αντί για συνεχή αποσπασματικά ερεθίσματα από social media, ένα καλά τεκμηριωμένο άρθρο σε βάθος μπορεί να ενημερώσει καλύτερα και με λιγότερη ψυχική φθορά.

Σημαντικό είναι επίσης να ξεχωρίζουμε την πληροφορία από τη δράση. Η έρευνα γύρω από το στρες δείχνει ότι το κενό ανάμεσα στο «γνωρίζω τι συμβαίνει» και στο «μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό» είναι ένας από τους ισχυρότερους παράγοντες ψυχολογικής δυσφορίας. Ακόμη και μία μικρή πράξη, όταν είναι ρεαλιστική, μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να νιώσει λιγότερο αβοήθητος.

Τέλος, χρειάζεται προσοχή στο λεγόμενο «rage bait»: Περιεχόμενο που έχει σχεδιαστεί για να προκαλεί θυμό και έντονες αντιδράσεις, ώστε να αυξάνει την εμπλοκή στα social media. Η αναγνώριση ότι κάποιοι δημιουργοί περιεχομένου δεν προσπαθούν να ενημερώσουν, αλλά να προκαλέσουν, δημιουργεί μία απαραίτητη απόσταση.

Οι ειδήσεις πιθανότατα δεν θα γίνουν πιο «ελαφριές». Η σχέση μας, όμως, μαζί τους μπορεί να γίνει πιο συνειδητή. Ο εγκέφαλος δεν φτιάχτηκε για να απορροφά απεριόριστες απειλές από ολόκληρο τον πλανήτη. Είναι όμως φτιαγμένος για να μαθαίνει, να προσαρμόζεται και να προστατεύεται.

Διαβάστε επίσης

Ο κύκλος της ευτυχίας: Στα 49 είμαστε πολύ δυστυχισμένοι – Όλα αλλάζουν μετά τα 50

Κατάθλιψη: Το απλό τεστ δύναμης που μπορεί να αποκαλύψει τον κίνδυνο

Οι παντρεμένοι ή οι singles έχουν την ευτυχία στο τσεπάκι τους; Έρευνα απαντά

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button