Χανταϊός: Τι αλλάζει στη ζωή μετά τη λοίμωξη από τον ιό
Δύο βασικοί παράγοντες εντείνουν τον φόβο γύρω από τον χανταϊό, ιδιαίτερα μετά τα πρόσφατα περιστατικά στο κρουαζιερόπλοιο, η μακρά περίοδος επώασης –που μπορεί να φτάσει έως και οκτώ εβδομάδες– και η απουσία εγκεκριμένης αντιιικής θεραπείας ή εμβολίου.
Όταν η λοίμωξη από το στέλεχος των Άνδεων του χανταϊού εξελίσσεται σε καρδιοπνευμονικό σύνδρομο (HCPS), μια σοβαρή αναπνευστική νόσο με ποσοστό θνησιμότητας έως και 50%, η έγκαιρη εντατική φροντίδα αποδεικνύεται καθοριστική για την επιβίωση του ασθενούς.
Το στέλεχος των Άνδεων δεν είναι νέο φαινόμενο. Οι επιστήμονες γνωρίζουν πλέον πού κυκλοφορεί, πώς μεταδίδεται και με ποιον τρόπο προκαλεί νόσο. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πως ο συγκεκριμένος ιός μπορεί να εξελιχθεί σε πανδημία ανάλογη με την COVID-19.
Εξετάζοντας το ενδεχόμενο «long χανταϊού»
Η εμπειρία της πανδημίας COVID-19 άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι επιστήμονες προσεγγίζουν τις λοιμώδεις νόσους, δίνοντας έμφαση όχι μόνο στην οξεία φάση αλλά και στις μακροχρόνιες επιπτώσεις για τους ασθενείς.
Σε αυτό το πλαίσιο, ερευνητές του Pontificia Universidad Católica της Χιλής διερεύνησαν αν η λοίμωξη από το στέλεχος των Άνδεων μπορεί να προκαλέσει παρατεταμένες επιπτώσεις, παρόμοιες με τη λεγόμενη long COVID-19. Παρακολούθησαν 21 ασθενείς για διάστημα τριών έως έξι μηνών μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο.
Οι συμμετέχοντες κατηγοριοποιήθηκαν ανάλογα με τη σοβαρότητα της νόσου και το αν χρειάστηκαν εξωσωματική οξυγόνωση μεμβρανών (ECMO), μια εντατική θεραπεία υποστήριξης ζωής που εφαρμόζεται όταν καταρρέουν η καρδιακή και η πνευμονική λειτουργία. Στόχος ήταν να εκτιμηθούν η μακροπρόθεσμη ανάρρωση, τα συμπτώματα και η ποιότητα ζωής.
Επίμονα συμπτώματα και καθυστερημένη ανάρρωση
Όλοι οι ασθενείς συνέχισαν να εμφανίζουν συμπτώματα μήνες μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο. Περισσότερο από το 60% δήλωσε ότι δεν είχε αναρρώσει πλήρως, ενώ κατά μέσο όρο ανέφεραν 11 έως 12 επίμονα συμπτώματα ο καθένας.
Μόνο οι πιο σοβαρές περιπτώσεις, μεταξύ αυτών και όσοι χρειάστηκαν ECMO, είχαν λάβει φυσικοθεραπεία ή άλλη μορφή αποκατάστασης. Αντίθετα, μόλις το 30% των ηπιότερων περιστατικών είχε αντίστοιχη παρακολούθηση μετά το νοσοκομείο.
Αν και τα κινητικά προβλήματα και η ταχυκαρδία αναφέρθηκαν κυρίως από ασθενείς με σοβαρή νόσο, όλες οι ομάδες παρουσίασαν ένα μείγμα σωματικών, ψυχολογικών και νευρολογικών συμπτωμάτων. Η κόπωση, η αϋπνία, το άγχος, τα προβλήματα μνήμης, οι εφιάλτες και οι αισθητηριακές διαταραχές συγκαταλέγονταν στα πιο συχνά.
Ακόμη και ασθενείς που δεν χρειάστηκαν ECMO συνέχισαν να έχουν μακροχρόνια συμπτώματα, γεγονός που δείχνει ότι η ίδια η νόσος ευθύνεται για τη δυσκολία αποκατάστασης. Πολλοί επιζώντες κατέφυγαν σε φάρμακα χωρίς ιατρική συνταγή –παυσίπονα, βοηθήματα ύπνου και βιταμίνες– για να αντιμετωπίσουν τα επίμονα προβλήματα.
Δυσκολίες επιστροφής στην καθημερινότητα
Πολλοί από τους ασθενείς δυσκολεύτηκαν να επιστρέψουν στην εργασία ή στις σπουδές τους. Ένας στους πέντε δεν είχε ακόμη επανενταχθεί έξι μήνες μετά, ενώ όσοι το κατάφεραν χρειάστηκαν περίπου 3,5 μήνες κατά μέσο όρο για πλήρη επιστροφή, συχνά με μειωμένη απόδοση.
Ο χρόνος ανάρρωσης δεν φάνηκε να εξαρτάται από τη σοβαρότητα της νόσου ή τη χρήση ECMO. Ωστόσο, το 45,5% όσων είχαν υποβληθεί σε ECMO ανέφεραν στιγματισμό στον χώρο εργασίας ή στο σχολείο, εξαιτίας του φόβου περί «μετάδοσης από τρωκτικά».
Η ανάγκη για μακροχρόνια φροντίδα
Πέρα από τα επίμονα συμπτώματα, οι ασθενείς ανέφεραν κοινωνική απομόνωση, στιγματισμό και αυξημένη χρήση φαρμάκων χωρίς ιατρική καθοδήγηση. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η φροντίδα δεν πρέπει να σταματά με την επιβίωση της οξείας φάσης.
Όπως σημειώνουν, απαιτείται καλύτερη μακροχρόνια και πολυεπιστημονική φροντίδα, καθώς και ισχυρότερη κοινωνική στήριξη, ώστε οι επιζώντες του χανταϊού να μπορέσουν να ξαναχτίσουν πλήρως τη ζωή τους.
Πηγή: Euronews

