Τι συμβαίνει στον ασθενή όταν ο γιατρός του ανακοινώνει ότι έχει καρκίνο

*Γράφει η κυρία Ζωή Σαντά, Ψυχίατρος, Διευθύντρια ΕΣΥ Υπεύθυνη Ειδικού Ιατρείου Ψυχοογκολογίας ΓΝΝΘΑ « Η Σωτηρία», Πρόεδρος του Κλάδου Ψυχοογκολογίας της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας
Η διάγνωση του καρκίνου δεν είναι απλώς η ιατρική ανακοίνωση δυσάρεστων νέων. Είναι μια τσεκουριά που τέμνει την ιστορία του ατόμου στο πριν και στο μετά. Αυτό που μέχρι πριν θεωρούνταν φυσικό και κανονικό καταρρέει και στη θέση του εμφανίζεται μια νέα, εύθραυστη πραγματικότητα.
Κι όμως, συχνά αυτή η πρώτη στιγμή δεν συνοδεύεται από έντονα συναισθήματα, κραυγές ή πανικό. Αντίθετα, εμφανίζεται ένα είδος συναισθηματικού «παγώματος» ή ακόμη και μια αίσθηση «μη πραγματικού». Κάποιοι ασθενείς περιγράφουν ότι ένιωθαν σαν να μην αφορά τους ίδιους. Άλλοι, σαν να ζούσαν ένα κακό όνειρο που σύντομα θα διαλυθεί και η κανονικότητα θα επιστρέψει. Η άρνηση που σχεδόν ακαριαία εμφανίζεται -σε άλλοτε άλλο βαθμό- είναι ένας τρόπος του ψυχισμού να προστατευθεί από την εισβολή μιας πραγματικότητας τόσο απειλητικής, που αν γινόταν δεκτή ολόκληρη και μονομιάς, θα μπορούσε να τον διαλύσει.
Σχεδόν αμέσως, ο άνθρωπος κατακλύζεται από μια θύελλα ερωτημάτων: «Τι το προκάλεσε; Πότε άρχισε; Τι έκανα λάθος; Θα ζήσω; Πόσο θα ζήσω; Πώς θα ζήσω; Τι θα γίνει με την οικογένειά μου, τη δουλειά μου, το σώμα μου, το μέλλον μου, τα όνειρά μου;». Μετά το σοκ και την άρνηση, ο άνθρωπος που περνά από την «όχθη των υγιών» στην «όχθη των ασθενών» (και μάλιστα των ογκολογικών ασθενών) βιώνει φόβο για το άγνωστο, αίσθημα απώλειας του ελέγχου και πένθος για τη ζωή όπως την είχε σχεδιάσει. Η ψυχολογική δυσφορία (distress) εμφανίζεται άμεσα και μπορεί να επιμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη κι όταν η πορεία της υγείας είναι καλή. Εκδηλώνεται με ένα ευρύ φάσμα συμπτωμάτων: σωματικών (διαταραχές ύπνου, εύκολη κόπωση, αδυναμία χαλάρωσης), γνωστικών (δυσκολία συγκέντρωσης, δυσκολία στη λήψη αποφάσεων) και συναισθηματικών (άγχος, θυμός, λύπη, απελπισία).
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Φόβο, καταθλιπτικό συναίσθημα και απογοήτευση εμφανίζουν οι εννέα στους δέκα νεοδιαγνωσθέντες, ενώ εξίσου συχνά αναφέρονται νευρικότητα και ευερεθιστότητα, καθώς ο ψυχισμός βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση απέναντι σε μια απειλή που ακόμη δεν μπορεί να αφομοιώσει. Περίπου δύο στους τρεις ασθενείς περιγράφουν έντονα συναισθήματα θυμού, καθώς και μια επώδυνη επαναξιολόγηση της ζωής τους: προηγούμενων επιλογών, στρεσογόνων εμπειριών, συνηθειών και αποφάσεων, που αποκτούν εκ των υστέρων ένα βαρύ -άλλοτε ενοχικό και άλλοτε κατηγορητικό νόημα. Πρόκειται για μια προσπάθεια του νου να ερμηνεύσει το συμβάν και να αποκαταστήσει μια αίσθηση ελέγχου μέσα στο χάος που προκαλεί η διάγνωση.
Κι ωστόσο, ακόμη και σε αυτή τη συνθήκη ανατροπής, απειλής και αποδιοργάνωσης, αναδύονται στοιχεία ψυχικής ανθεκτικότητας και ελπίδας. Περίπου ένας στους πέντε ασθενείς αναφέρει την παρουσία θετικών σκέψεων και μια στάση συγκρατημένης αισιοδοξίας ως προς την αποτελεσματικότητα της θεραπείας και την πορεία της νόσου. Για ένα μικρότερο – αλλά όχι ευκαταφρόνητο- ποσοστό, η διάγνωση ενεργοποιεί μια ψυχική κινητοποίηση: μια ανάγκη να «κρατηθούμε» από ό,τι παραμένει σημαντικό, ζωογόνο και ικανό να λειτουργήσει ως εσωτερικό αντίβαρο στην αποδιοργάνωση: όπως η πνευματικότητα, η τέχνη, η φύση, οι ουσιαστικές σχέσεις.
Αυτή η ψυχική διαδρομή, όπου η άρνηση, ο θυμός, η λύπη αλλά και οι στιγμές αποδοχής διαδέχονται το ένα το άλλο -ή και συνυπάρχουν άτακτα- αποτελεί τη διαδικασία προσαρμογής σε μια βαθιά ρήξη. Γι’ αυτό και μπορεί να ιδωθεί ως η έναρξη μιας διαδικασίας πένθους. Πένθος είναι ακριβώς αυτό: η ψυχική αντίδραση που ακολουθεί μια απώλεια και η επουλωτική διεργασία προσαρμογής που έπεται. Η διάγνωση εισάγει τον άνθρωπο σε μια εμπειρία προκαταβολικού πένθους. Πενθεί κανείς όχι μόνο αυτό που ήδη συνέβη, αλλά και αυτό που φαντάζεται ότι μπορεί να συμβεί. Γιατί από τη στιγμή της διάγνωσης ξεκινά μια καταιγίδα απωλειών: της βεβαιότητας για το σώμα, της αίσθησης ελέγχου της ζωής μας, η αναγκαία «ψευδαίσθηση παντοδυναμίας» που μας επιτρέπει να ζούμε με την ανομολόγητη πεποίθηση ότι «σε μένα το κακό δεν θα συμβεί», ότι το τέλος αφορά τους άλλους ή έστω τοποθετείται σε ένα αόριστο και μακρινό χρονικό σημείο.
Δεν υπάρχει «σωστός» ή «λάθος» τρόπος να αντιδράσει κανείς στη διάγνωση. Κάθε άνθρωπος απαντά με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Κάθε ψυχική αντίδραση -το πάγωμα, ο φόβος, ο θυμός, η θλίψη, ακόμη και η σιωπή- είναι μια προσπάθεια να αντέξει κάτι που δεν επέλεξε και που υπερβαίνει τις συνήθεις αντοχές του.
Γι’ αυτό και ο τρόπος με τον οποίο ανακοινώνεται η διάγνωση έχει καθοριστική σημασία. Αν γίνει βιαστικά και απρόσωπα, μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσθετο τραύμα, χαραγμένο ανεξίτηλα στη μνήμη. Αντίθετα, όταν ανακοινώνεται με ενσυναίσθηση, σαφήνεια, σεβασμό και χρόνο, μπορεί να αποτελέσει την πρώτη ουσιαστική πράξη φροντίδας: το πλαίσιο ασφάλειας μέσα στο οποίο ο ασθενής θα αρχίσει να ανασυνθέτει το νόημα της ύπαρξής του σε έναν κόσμο που έχει γίνει εύθραυστος και εφήμερος.
Η διάγνωση είναι ένας οντολογικός συγκλονισμός. Κι όμως, ακόμη και τότε, ο άνθρωπος συχνά ανακαλύπτει μέσα του δυνάμεις που μας ξαφνιάζουν: την ικανότητα να αντέχει, να νοηματοδοτεί, να βρίσκει ελπίδα όταν όλα μοιάζουν αβέβαια. Κι αν η διάγνωση είναι μια υπαρξιακή τομή, τότε -με τη σωστή συνοδεία- μπορεί να γίνει και ένα σημείο ουσιαστικής επανασύνδεσης: με τον εαυτό, με τους άλλους, με τη ζωή όπως είναι πραγματικά – όχι ιδανική, αλλά πολύτιμη.
*Το θέμα «Το ψυχικό αποτύπωμα της διάγνωσης» δημοσιεύτηκε στις ΠΝΟΕΣ, περιοδικό της Ελληνικής Εταιρείας Καρκίνου Πνεύμονα (ΕΛ.Ε.ΚΑ.Π.), Ιανουάριος – Απρίλιος 2026
Διαβάστε επίσης
Εμμηνόπαυση: Πώς αλλάζει τον μαστό και επηρεάζει την εμφάνιση καρκίνου
Καρκίνος μαστού: Πάνω από 3,5 εκατ. νέα περιστατικά ετησίως έως το 2050 – Η εικόνα της Ελλάδας
«Κλέλια, έχεις καρκίνο μαστού, γύρνα Αθήνα» – Μια συγκινητική μαρτυρία



