Υγεία

Γονίδια ή περιβάλλον «κλειδί» μακροζωίας; Μελέτη σε δίδυμα απαντά

Γιατί κάποιοι άνθρωποι ζουν πάνω από 100 χρόνια, ενώ τα αδέλφια τους μπορεί να πεθαίνουν δεκαετίες νωρίτερα; Είναι θέμα τύχης, επιλογών ή DNA; Παραμένει διαχρονικό ερώτημα των επιστημόνων το κατά πόσο η μακροζωία οφείλεται στα γονίδια, το περιβάλλον ή τον τρόπο ζωής. Η απάντηση δεν είναι απλώς θεωρητική – επηρεάζει τον τρόπο που βλέπουμε τη γήρανση, την πρόληψη και τις καθημερινές μας επιλογές.

Για δεκαετίες, μεγάλες μελέτες πληθυσμού έχουν υποδείξει ότι η γενετική παίζει σχετικά μικρό ρόλο στον προσδιορισμό της διάρκειας ζωής. Οι περισσότερες εκτιμήσεις τοποθετούν τη γενετική επίδραση σε περίπου 25-33%, με ορισμένες μελέτες να αναφέρουν πολύ χαμηλά ποσοστά, που περιορίζονται στο 6-16%. Με άλλα λόγια, ο τρόπος ζωής και το περιβάλλον φαίνεται να κυριαρχούν στη διαδικασία της γήρανσης.

Μια νεότερη μελέτη που δημοσιεύεται στο Science, ωστόσο, έρχεται να ανατρέψει αυτή την εικόνα. Λαμβάνοντας υπόψη τις μεγάλες αλλαγές που έλαβαν χώρα τον τελευταίο αιώνα -όπως η βελτίωση της υγειονομικής περίθαλψης, η μείωση των μολυσματικών ασθενειών και των ατυχημάτων- οι μελετητές εκτιμούν ότι η γενετική μπορεί να εξηγεί έως και το 50% των διακυμάνσεων στη διάρκεια ζωής των ανθρώπων.

Τι γνωρίζουμε για τα γονίδια της μακροζωίας

Όπως εξηγεί ο Bradley Elliott, Λέκτορας Φυσιολογίας της Γήρανσης στο Πανεπιστήμιο του Westminster σε άρθρο του στο The Conversation, σε άλλα είδη, όπως τα σκουλήκια ή τα ποντίκια, μεμονωμένα γονίδια μπορούν να επηρεάσουν εντυπωσιακά τη διάρκεια ζωής. Από τη δεκαετία του 1990, οι επιστήμονες έχουν δείξει ότι συγκεκριμένες γενετικές αλλαγές μπορούν να παρατείνουν σημαντικά τη ζωή διάφορων ειδών, ενώ έχουν εντοπίσει και γενετικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με τη μακροζωία στους ανθρώπους.

Ωστόσο, όσο πιο πολύπλοκος και μακρόβιος είναι ένας οργανισμός, τόσο μικρότερη είναι η επίδραση ενός και μόνο γονιδίου. Δεν υπάρχει, λοιπόν, ένα «μαγικό γονίδιο» ικανό να παρατείνει σημαντικά τη διάρκεια ζωής του ανθρώπου. Πολλά από τα γονίδια που σχετίζονται με τη μακροζωία επηρεάζουν τον μεταβολισμό και τη δράση της ινσουλίνης – λειτουργούν δηλαδή με τρόπους που θυμίζουν τα οφέλη της υγιεινής διατροφής και της σωματικής άσκησης.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: Η μακροζωία δεν εξαρτάται από ένα γονίδιο, αλλά από τον συνδυασμό πολλών γενετικών παραγόντων που αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον.

Γιατί έχει σημασία αυτή η ισορροπία

Το πόσο καθοριστικό ρόλο παίζουν τα γονίδια δεν είναι απλώς ένα επιστημονικό ερώτημα. Αν η διάρκεια ζωής μας καθορίζεται κυρίως από τη γενετική, τότε οι αλλαγές στον τρόπο ζωής ή οι νέες θεραπείες έχουν περιορισμένη επίδραση. Αν, όμως, τα γονίδια παίζουν μικρότερο ρόλο, τότε οι καθημερινές μας επιλογές και τα μέτρα δημόσιας υγείας μπορούν να κάνουν μεγάλη διαφορά.

Η κατανόηση αυτής της ισορροπίας βοηθά να έχουμε ρεαλιστικές προσδοκίες για το τι μπορεί να προσφέρει η επιστήμη – αλλά και για το πόσο καθοριστικές είναι οι καθημερινές μας επιλογές.

Το σχεδόν τέλειο πείραμα της φύσης

Για να διαχωρίσουν την επίδραση των γονιδίων από το περιβάλλον, οι ερευνητές μελέτησαν δεδομένα από τη Σουηδική Μελέτη για τη Γήρανση των Υιοθετημένων/Δίδυμων. Αυτό το μοναδικό σύνολο δεδομένων περιλαμβάνει δίδυμα που μεγάλωσαν χωριστά, δημιουργώντας μια σπάνια ευκαιρία να διαχωριστούν οι κληρονομικές επιδράσεις από την κοινή ανατροφή.

Αναλύοντας ομοζυγωτικά δίδυμα που γεννήθηκαν μεταξύ 1900 και 1935 και προσαρμόζοντας τα αποτελέσματα στις ραγδαίες βελτιώσεις στην υγιεινή, την υγειονομική περίθαλψη και την πρόληψη ασθενειών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι περίπου το ήμισυ της διακύμανσης της διάρκειας ζωής είναι κληρονομικό.

Με απλά λόγια, περίπου το 50% της πιθανής διάρκειας ζωής ενός ατόμου μπορεί να προέρχεται από τα γονίδιά του, ενώ το υπόλοιπο 50% αντανακλά περιβαλλοντικές επιδράσεις, όπως η διατροφή, η σωματική δραστηριότητα, ο ύπνος, το άγχος, η ρύπανση και η έκθεση σε μολυσματικές ασθένειες.

Οι ερευνητές επικύρωσαν τα ευρήματά τους χρησιμοποιώντας πρόσθετα δεδομένα από τη Δανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επισημαίνουν, ωστόσο, ότι το δείγμα τους χαρακτηρίζεται από σχετική ομοιομορφία, επομένως απαιτούνται μελέτες με πιο ποικιλόμορφα σύνολα δεδομένων, προκειμένου να προσδιοριστεί σε ποιο βαθμό ισχύουν τα συμπεράσματα της μελέτης.

Το συμπέρασμα

Όταν οι ερευνητές δεν λαμβάνουν υπόψη τις μεγάλες βελτιώσεις στην ιατρική και τις συνθήκες ζωής, η γενετική επίδραση μειώνεται ξανά στο 20–30%. Επισημαίνουν, επιπλέον, πως ακόμη κι αν τα γονίδια επηρεάζουν σημαντικά το πόσο θα ζήσουμε, δεν καθορίζουν τα πάντα. Το υπόλοιπο της ζωής μας διαμορφώνεται καθημερινά από τις επιλογές και τις συνθήκες γύρω μας.

Η σχέση ανάμεσα στα γονίδια και τη μακροζωία εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο έρευνας. Όμως, ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: Μπορεί να κληρονομούμε ένα μέρος της ιστορίας μας, αλλά το υπόλοιπο το γράφουμε εμείς, μέρα με τη μέρα.

Διαβάστε επίσης

Δεν χρειάζεται να αλλάξουμε τα πάντα για να κερδίσουμε μακροζωία – 3 μικρές αλλαγές που κάνουν τη διαφορά

Μακροζωία: Με μόλις 5′ περπάτημα παραπάνω την ημέρα προσθέτουμε χρόνια στη ζωή μας

Κερδισμένοι στο ράλι της μακροζωίας οι κρεατοφάγοι; Η επιστήμη απαντά

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button