Apple AirTag 2026: Γιατί δεν πρέπει να το χρησιμοποιείς ως GPS tracker
Το AirTag 2 μοιάζει να είναι πράγματι το πιο ικανό tracker για όσους είναι ήδη στο οικοσύστημα της Apple. Όμως η ευκολία παραποίησης του ηχείου υπονομεύει την υπόσχεση ότι η ασφάλεια έχει χτιστεί «μέσα» στη συσκευή.
Το AirTag δεύτερης γενιάς, που η Apple λάνσαρε σχεδόν πέντε χρόνια μετά το πρώτο, μοιάζει από μακριά με μια, τρόπον τινά, επανάληψη: ίδιο σχήμα-νόμισμα, ίδιος μινιμαλισμός χωρίς κουμπιά ή θύρες, ίδια τιμή στα 29 δολάρια. Κι όμως, κάτω από το γνώριμο ανοξείδωτο καπάκι και το πλαστικό περίβλημα (πλέον με 85% ανακυκλωμένο υλικό), η εταιρεία υπόσχεται ουσιαστικές βελτιώσεις: μεγαλύτερη εμβέλεια στο Precise Finding χάρη σε UWB δεύτερης γενιάς, πιο δυνατό και πιο «κοφτό» ηχητικό σήμα, ταχύτερη απόκριση και πιο αξιόπιστο «κλείδωμα» στο δίκτυο Find My. Το ερώτημα είναι αν οι βελτιώσεις αυτές κάνουν το AirTag 2 απλώς καλύτερο — ή, ενδεχομένως, και πιο επικίνδυνο, όταν πέσει σε λάθος χέρια.
Το upgrade φαίνεται να είναι πραγματικό
Στην καθημερινή χρήση, το upgrade φαίνεται να είναι πραγματικό. Η Engadget καταγράφει ότι η επέκταση της εμβέλειας στο Precise Finding έως και 50% (με την προϋπόθεση iPhone 15 ή νεότερου για να αξιοποιηθεί πλήρως) μεταμορφώνει τη χρηστικότητα της λειτουργίας. Εκεί που το πρώτο AirTag «έπιανε» πρακτικά στα 30-40 πόδια, το νέο αρχίζει να καθοδηγεί τον χρήστη από περίπου 80 πόδια, σε σταθερή βάση, ανάλογα με τοίχους, παρεμβολές και πυκνότητα συσκευών του Find My γύρω του. Αυτό δεν είναι απλώς αριθμός. Σημαίνει ότι σε ένα γυμναστήριο, σε έναν σταθμό ή σε ένα αεροδρόμιο, εκεί που πριν η αναζήτηση ήταν «ψάξε-να-δεις», τώρα γίνεται καθοδηγούμενη. Η συσκευή συνδέεται πιο γρήγορα και ακολουθεί πιο άμεσα τις κινήσεις και τις αλλαγές κατεύθυνσης, κάτι που η Engadget αποδίδει στο νέο UWB chip.
Η δεύτερη μεγάλη υπόσχεση είναι ο ήχος. Η Apple λέει ότι ο νέος μηχανισμός ηχείου κάνει τον τόνο 50% πιο δυνατό και η εμπειρία χρήσης επιβεβαιώνει τη διαφορά: υψηλότερη συχνότητα, πιο διαπεραστική, πιο εύκολο να ξεχωρίσει μέσα σε περιβάλλον θορύβου. Η Engadget περιγράφει ότι μπορούσε να ακούσει το AirTag να χτυπά από την άλλη άκρη ενός αποδυτηρίου, ακόμη κι όταν ήταν μέσα σε ντουλάπι και έπαιζε μουσική. Το πρώτο AirTag, αντίθετα, γινόταν αντιληπτό μόνο από λίγα βήματα απόσταση. Αν το AirTag υπάρχει για να το βρίσκεις όταν «σώζεται» στον καναπέ, στο σακίδιο ή στο μετρό, τότε η αναβάθμιση του ήχου είναι ίσως το πιο χειροπιαστό κέρδος.
Το πραγματικό «όπλο» της Apple
Και φυσικά υπάρχει το Find My, το πραγματικό «όπλο» της Apple: η τεράστια εγκατεστημένη βάση συσκευών, πάνω από ένα δισεκατομμύριο iPhone, iPad, Mac και Apple Watch, που λειτουργούν ως παθητικοί ανιχνευτές. Αυτή η υποδομή κάνει ένα Bluetooth tracker να ξεφεύγει από τα στενά όρια του Bluetooth και να μετατρέπεται σε εργαλείο εντοπισμού σχεδόν παντού.
Στο ενδιάμεσο των πέντε ετών, η Apple πρόσθεσε λειτουργίες που διευρύνουν τη χρησιμότητα: διαμοιρασμός AirTag μέσα από Family Sharing, δυνατότητα Share Item Location για να μοιράζεσαι στοιχεία εντοπισμού με τρίτους (π.χ. αεροπορικές ή σιδηροδρομικές εταιρείες), καθώς και ειδοποιήσεις για άγνωστους ιχνηλάτες σε Android χωρίς να απαιτείται ειδική εφαρμογή.
Παράλληλα, μείωσε το διάστημα μέχρι να αρχίσει ένας αποκομμένος AirTag να εκπέμπει ήχο, σε τυχαίο παράθυρο 8 έως 24 ωρών (από τις τρεις ημέρες αρχικά). Όλα αυτά δείχνουν ότι η Apple γνωρίζει το σκοτεινό σενάριο χρήσης: παρακολούθηση ανθρώπων χωρίς συναίνεση.
Η πιο άβολη πλευρά του AirTag 2
Κι εδώ ακριβώς έρχεται η πιο άβολη πλευρά του AirTag 2. Ενώ ο ένας κριτικός το επαινεί ως «απλά καλύτερο σε όλα», ένας άλλος το αντιμετωπίζει σαν αντικείμενο δοκιμής για το πόσο εύκολα μπορεί να γίνει σιωπηλό. Ο Adrian Kingsley-Hughes, στο ZDNET, αποσυναρμολόγησε ένα νέο AirTag και λέει ότι χρειάστηκε λιγότερο από δύο λεπτά και ένα μόνο εργαλείο (spudger) για να ανοίξει τη συσκευή και να απενεργοποιήσει το ηχείο της.
Δεν δίνει βήμα-βήμα οδηγίες, όμως το συμπέρασμα είναι ωμό: η Apple δεν έκανε τη δεύτερη γενιά δυσκολότερη στην παραποίηση· αν μη τι άλλο, «φαίνεται πιο εύκολη να ανοίξει». Ακόμη πιο ανησυχητικό, το AirTag —αφού ξανακουμπώθηκε— λειτούργησε κανονικά, «σιωπηλά» πλέον, χωρίς να εμφανίσει σφάλμα.
Η ύπαρξη ενός AirTag χωρίς ήχο δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια. Είναι η διαφορά ανάμεσα σε ένα εργαλείο που μπορείς να εντοπίσεις όταν σου έχει «κολλήσει» κάποιος άγνωστος και σε ένα εργαλείο που γίνεται πολύ πιο δύσκολο να ανακαλυφθεί έγκαιρα.
Ο Kingsley-Hughes σημειώνει ότι υπάρχει αγορά για τροποποιημένους trackers — ειδικά AirTags — και η πιο συνηθισμένη μετατροπή είναι η απενεργοποίηση του ηχείου. Μπορεί να υπάρχουν «αθώοι» λόγοι (π.χ. τοποθέτηση σε άλλη θήκη, χρήση σε περιβάλλον όπου ο ήχος ενοχλεί), αλλά το προφανές κίνητρο είναι η διακριτική παρακολούθηση.
Αυτό δημιουργεί μια σχεδόν ειρωνική αντίφαση: η Apple διαφημίζει το AirTag 2 ως πιο δυνατό, πιο ευδιάκριτο, πιο εύκολο να το βρεις — αλλά, εφόσον το ηχείο «κόβεται» τόσο γρήγορα, η βελτίωση του ήχου αφορά κυρίως τους καλόπιστους χρήστες. Ο κακόβουλος χρήστης, αν μπορεί να «σιγήσει» το AirTag σε δύο λεπτά, ουσιαστικά αναιρεί ένα από τα βασικά αντικλεπτικά αντίβαρα.
Ένα τεχνικό παράθυρο άμυνας
Υπάρχει, ωστόσο, ένα τεχνικό παράθυρο άμυνας που αφήνει ανοικτό το ZDNET: η Apple θα μπορούσε να περάσει firmware ενημέρωση που να ανιχνεύει την «κομμένη» γραμμή του ηχείου, παρακολουθώντας το ρεύμα που περνά όταν η συσκευή προσπαθεί να το ενεργοποιήσει. Αν δεν υπάρχει ροή, θα μπορούσε να σημάνει σφάλμα ή να περιορίσει/απενεργοποιήσει τη συσκευή.
Ο Kingsley-Hughes κρατά το τροποποιημένο AirTag για να δει αν κάποια μέρα θα πάψει να λειτουργεί ή θα εμφανίσει προειδοποίηση. Το αν και πότε θα το κάνει η Apple είναι κρίσιμο: πρόκειται για ένα καθαρό παράδειγμα όπου η «καλύτερη» εμπειρία χρήσης συγκρούεται με το απαιτούμενο επίπεδο ασφαλείας.
Στο τελικό… ζύγισμα, το AirTag 2 μοιάζει να είναι πράγματι το πιο ικανό tracker για όσους είναι ήδη στο οικοσύστημα της Apple: μεγαλύτερη εμβέλεια που κάνει το Precise Finding επιτέλους πρακτικό, πιο αποτελεσματικός ήχος, ίδια τιμή, και ένα Find My δίκτυο ακόμη πιο πυκνό από πριν. Όμως η ευκολία παραποίησης του ηχείου υπονομεύει την υπόσχεση ότι η ασφάλεια έχει χτιστεί «μέσα» στη συσκευή.
Αν η Apple θέλει να κρατήσει το AirTag ως υπόδειγμα «εύχρηστου και υπεύθυνου» tracker, θα χρειαστεί να αποδείξει ότι οι προστασίες δεν είναι μόνο ρυθμίσεις λογισμικού και ειδοποιήσεις, αλλά και ανθεκτικότητα απέναντι σε απλό, γρήγορο hardware tampering. Διαφορετικά, το AirTag 2 θα μείνει στη μνήμη ως μια συσκευή που έγινε καλύτερη στο να βρίσκει πράγματα — αλλά χωρίς να γίνει αρκετά καλύτερη στο… να μη βρίσκει ανθρώπους.


