Ο αμερικανικός δασμολογικός πόλεμος – αστραπή, η επαπειλούμενη ύφεση, τα πιθανά αντίποινα της ΕΕ και το αμφίβολος επανεξοπλισμός της

Nα ανταπαντήσει δεσμεύτηκε η ΕΕ, ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ, στους δασμούς 20% που ανακοίνωσε χθες (2.4.25) ο Ντόναλντ Τραμπ σε βάρος των χωρών – μελών της.
Στο τραπέζι απέναντι στον δασμολογικό «πόλεμο – αστραπή» τον οποίο κήρυξε χθες ο Τραμπ από μεριάς ΗΠΑ σε όλο τον πλανήτη μαζί και την ΕΕ, βρίσκεται η ενεργοποίηση του εμπορικού υπερ – όπλου το οποίο διαθέτει η ΕΕ, δηλαδή το λεγόμενο «Μέσο κατά του Καταναγκασμού» (Anti-Coercion Instrument, ACI), το οποίο προβλέπει επιβολή δασμών, περιορισμών στο εμπόριο υπηρεσιών και μέτρων που αφορούν στα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που σχετίζονται με το εμπόριο, καθώς και περιορισμούς στην πρόσβαση σε άμεσες ξένες επενδύσεις και δημόσιες συμβάσεις.
Παράλληλα, υπάρχουν προτάσεις για την επιβολή (από πλευράς ΕΕ) ενός ψηφιακού φόρου στις αμερικανικές εταιρείες Big Tech αλλά και στις διαδικτυακές πωλήσεις.
Την ίδια ώρα, έχει σημειωθεί προεργασία για πιθανό συμβιβασμό μεταξύ ΕΕ – ΗΠΑ, με παραχωρήσεις στους δασμούς (πχ μείωση των ευρωπαϊκών δασμών κάτω από το 20% και έτσι και των αμερικανικών κατά αντίστοιχο ποσοστό), τις αμοιβαίες επενδύσεις με τις ΗΠΑ καθώς και τη χαλάρωση ορισμένων κανονισμών και προτύπων.
Μία πρώτη συγκεκριμένη ένδειξη των ευρωπαϊκών προθέσεων απέναντι στους δασμούς Τραμπ θα δοθεί στις 7 Απριλίου 2025, κατά την οποία είναι προγραμματισμένη η σύνοδος των Υπουργών Εμπορίου.
Στον πάγο η μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ;
Επίσης, με ενδιαφέρον αναμένουν οι αγορές και οι επενδυτές, τα αποτελέσματα της συνεδρίασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στις 17 Απριλίου 2025, σε σχέση με ποια στάση θα τηρήσει για τα επιτόκια.
Σημειώνεται πως οι δασμοί Τραμπ αναμένεται να αυξήσουν τις πιέσεις των τιμών στην αμερικανική οικονομία, ενώ το ίδιο θα συμβεί στην ευρωπαϊκή σε περίπτωση που επιβάλλει η ΕΕ δασμούς στις ΗΠΑ.
Μία πιθανή επαλήθευση των προβλέψεων για άνοδο του πληθωρισμού θα δυσκόλευε εξαιρετικά τη συνέχιση του σερί των μειώσεων των επιτοκίων από πλευράς ΕΚΤ, κάτι που δεν ευνοεί την προοπτική της μείωσης του κόστους δανεισμού στην Ευρώπη.
Προς αύξηση το κόστος δανεισμού;
Το ψαλίδισμα της προοπτικής μείωσης του κόστους δανεισμού επιχειρήσεων και νοικοκυριών στην Ευρώπη θα έθετε επ’ αμφιβόλω, σε συνδυασμό με τις αρνητικές συνέπειες στην ευρωπαϊκή βιομηχανία από τους αυξημένους αμερικανικούς δασμούς όχι μόνο ψαλιδίζει την οποία προοπτική ανάπτυξης της ΕΕ (με όλες τις προβλέψεις να μιλούν για ύφεση), αλλά κάνει ακόμα πιο δύσκολη την εφαρμογή του νέου μεγάλου αναπτυξιακού μοχλού της: Το πρόγραμμα ReArmEU.
Ο λόγος για το πακέτο 800 δισ. ευρώ που προβλέπει η Λευκή Βίβλο της Κομισιόν για τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης, το οποίο βασίζεται σε δύο βασικούς άξονες:
- Το Ταμείο SAFE το οποίο θα δανείζει με προνομιακά επιτόκια τις χώρες – μέλη της ΕΕ προκειμένου να προχωρήσουν σε επενδύσεις στην αμυντική βιομηχανία.
- Την ενεργοποίηση της εθνικής ρήτρας διαφυγής προκειμένου αυξήσεις των αμυντικών δαπανών (μέσω κρατικού δανεισμού) έως και στο επίπεδο του 1,5% να μην λογαριάζονται για το όριο δαπανών που θέτει το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας.
Ενδεχόμενο πάγωμα των επιτοκίων δανεισμού της ΕΚΤ σε συνδυασμό με την ήδη συντελούμενη αύξηση των αποδόσεων των ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων (λόγω των ανακοινώσεων της Κομισιόν αλλά και της Γερμανίας για αύξηση των αμυντικών δαπανών) θα δυσκόλευε εξαιρετικά την υλοποίηση του προγράμματος επανεξοπλισμού της ΕΕ μέσω δανεισμού.
Παράλληλα, το πληθωριστικό κύμα το οποίο αναμένεται να φέρει ο δασμολογικός πόλεμος – αστραπή, θα έκανε πιο ακριβό το κόστος υλοποίησης του προγράμματος παραγωγής νέου οπλισμού, οδηγώντας παράλληλα σε παραπέρα υποτίμηση των πραγματικών μισθών των εργαζομένων στην Ευρώπη, πριν καλά – καλά να έχουν συνέλθει από το σοκ της ενεργειακής κρίσης (μετά την έκρηξη του πολέμου στην Ουκρανία) και νωρίτερα από την κορονο – κρίση.
Την ίδια ώρα, οι πληγές που θα προκαλέσουν στην ευρωπαϊκή οικονομία οι δασμοί Τραμπ θα οδηγήσουν και σε μείωση των φορολογικών εσόδων από την επιχειρηματική δραστηριότητα και έτσι σε πιέσεις για περικοπές άλλων, κοινωνικών δαπανών.