Νέφος ρύπανσης συνδέθηκε με την επανείσοδο πυραύλου στην ατμόσφαιρα

Ένα νέφος ρύπανσης από λίθιο στην ανώτερη ατμόσφαιρα, το οποίο παρατηρήθηκε τον Φεβρουάριο του 2025, συνδέεται σύμφωνα με ερευνητές με την επανείσοδο τμήματος πυραύλου στην ατμόσφαιρα. Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Communications Earth & Environment», αποτελούν την πρώτη γνωστή άμεση ανίχνευση ρύπανσης στην ανώτερη ατμόσφαιρα από την επανείσοδο διαστημικών απορριμμάτων.
Οι ανενεργοί δορυφόροι και τα χρησιμοποιημένα ανώτερα στάδια πυραύλων έχουν σχεδιαστεί ώστε να αποσυντίθενται κατά την επανείσοδό τους. Μέχρι σήμερα, η επιστημονική προσοχή είχε επικεντρωθεί κυρίως στους κινδύνους πιθανής πρόσκρουσης θραυσμάτων στο έδαφος. Ωστόσο, παραμένουν ελάχιστα γνωστές οι επιπτώσεις της αποσύνθεσης διαστημικών απορριμμάτων στη μεσόσφαιρα και στην κάτω θερμόσφαιρα, σε ύψη από 50 έως 120 χιλιόμετρα.
Η ερευνητική ομάδα του Leibniz Institute of Atmospheric Physics στη Γερμανία μέτρησε τη συγκέντρωση ατόμων λιθίου στη θερμόσφαιρα χρησιμοποιώντας lidar, ένα όργανο τηλεπισκόπησης βασισμένο σε λέιζερ. Το λίθιο χρησιμοποιείται ευρέως σε εξαρτήματα διαστημοπλοίων, αλλά σε αυτά τα υψόμετρα απαντάται φυσικά μόνο σε ίχνη.
Τα ξημερώματα της 20ης Φεβρουαρίου 2025, οι ερευνητές κατέγραψαν αιφνίδια αύξηση της συγκέντρωσης λιθίου, δεκαπλάσια από τα συνηθισμένα επίπεδα. Το νέφος εκτεινόταν μεταξύ 97 και 94 χιλιομέτρων πάνω από τη Γη και παρέμεινε ανιχνεύσιμο για 27 λεπτά, μέχρι τη διακοπή των μετρήσεων.
Η πιθανή προέλευση του νέφους
Με τη βοήθεια μοντέλων ατμοσφαιρικών ανέμων, οι επιστήμονες υπολόγισαν την πορεία και την προέλευση του φαινομένου. Διαπίστωσαν ότι η πιθανότερη πηγή του ήταν ένα ανώτερο στάδιο πυραύλου Falcon 9, το οποίο είχε επανεισέλθει ανεξέλεγκτα στην ατμόσφαιρα περίπου 20 ώρες νωρίτερα, πάνω από τον Ατλαντικό Ωκεανό, δυτικά της Ιρλανδίας. Οι υπολογισμοί έδειξαν ότι ήταν εξαιρετικά απίθανο το νέφος να προήλθε από φυσικές ατμοσφαιρικές διεργασίες.
Ανησυχία για τη ρύπανση της ανώτερης ατμόσφαιρας
Οι συγγραφείς της μελέτης τονίζουν ότι η συγκεκριμένη έρευνα αποτελεί μελέτη περίπτωσης για τη ρύπανση που προκαλείται από ένα και μόνο αντικείμενο διαστημικών απορριμμάτων. Παράλληλα, παρουσιάζουν μια νέα μέθοδο ανίχνευσης τέτοιων ρύπων στην ανώτερη ατμόσφαιρα.
Όπως επισημαίνουν, δεν είναι δυνατόν να μετρηθούν όλα τα υλικά που απελευθερώνονται κατά την επανείσοδο, καθώς υφίστανται χημικές μεταβολές κατά την κάθοδό τους. Για τον λόγο αυτό, απαιτούνται περαιτέρω παρατηρήσεις ώστε να εκτιμηθούν οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτών των ρύπων.
Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι η ρύπανση της ανώτερης ατμόσφαιρας ενδέχεται να αυξηθεί σημαντικά, λόγω της εκρηκτικής ανόδου των διαστημικών εκτοξεύσεων την τελευταία δεκαετία.



