Η Τεχνητή Νοημοσύνη στον καναπέ της ψυχανάλυσης – Το ενδιαφέρον της νέας εποχής για τον Ζίγκμουντ Φρόιντ
Λογαριασμοί στα κοινωνικά δίκτυα αφιερωμένοι στις ιδέες του Ζίγκμουντ Φρόιντ συγκεντρώνουν εκατομμύρια ακολούθους, ενώ διεθνή μέσα ενημέρωσης μιλούν ανοιχτά για μια «επιστροφή» του αυστριακού στοχαστή.
Την ώρα που η τεχνητή νοημοσύνη επαναπροσδιορίζει την καθημερινότητα και ο αυταρχισμός επανεμφανίζεται σε πολλές γωνιές του πλανήτη, μια θεωρία που για δεκαετίες θεωρούνταν ξεπερασμένη επιστρέφει απροσδόκητα στο προσκήνιο: η ψυχανάλυση. Λογαριασμοί στα κοινωνικά δίκτυα αφιερωμένοι στις ιδέες του Ζίγκμουντ Φρόιντ συγκεντρώνουν εκατομμύρια ακολούθους, τηλεοπτικές εκπομπές θεραπευτικών συνεδριών γίνονται αντικείμενο έντονης συζήτησης, ενώ διεθνή μέσα ενημέρωσης μιλούν ανοιχτά για μια «επιστροφή» του αυστριακού στοχαστή. Για πολλούς, η αναβίωση αυτή προκαλεί έκπληξη, καθώς η ψυχανάλυση είχε βρεθεί στο περιθώριο επί δεκαετίες, ιδιαίτερα στον αγγλόφωνο κόσμο, όπου η συμπεριφορική ψυχολογία και η φαρμακευτική βιομηχανία κυριάρχησαν στον χώρο της ψυχικής υγείας.
Η ιστορία είναι πιο σύνθετη από όσο φαίνεται
Η ιστορία, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη από όσο φαίνεται. Από τα πρώτα χρόνια της ανάπτυξής της στη Βιέννη των αρχών του 20ού αιώνα, η ψυχανάλυση εξαπλώθηκε διεθνώς με εντυπωσιακή ταχύτητα. Μέχρι τον θάνατο του Φρόιντ, είχαν ιδρυθεί δεκάδες ψυχαναλυτικά ινστιτούτα σε χώρες όπως η Νορβηγία, η Παλαιστίνη, η Νότια Αφρική και η Ιαπωνία. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, πόλεις όπως το Παρίσι, το Μπουένος Άιρες, το Σάο Πάολο και το Τελ Αβίβ διατήρησαν ισχυρές ψυχαναλυτικές κοινότητες, ακόμη και όταν άλλες περιοχές απομακρύνονταν από τη θεωρία. Στη Νότια Αμερική, και ιδιαίτερα στην Αργεντινή, η ψυχανάλυση εξακολουθεί να έχει έντονη πολιτισμική επιρροή, σε σημείο που κυκλοφορεί το αστείο πως σε κάθε πτήση προς το Μπουένος Άιρες βρίσκεται τουλάχιστον ένας ψυχαναλυτής.
Η περίπτωση της Αργεντινής, χαρακτηριστικό παράδειγμα
Οι λόγοι για τους οποίους η ψυχανάλυση γνώρισε διαφορετική πορεία σε κάθε χώρα σχετίζονται τόσο με ιστορικές μετακινήσεις πληθυσμών όσο και με πολιτικές εξελίξεις. Η εξάπλωση του ναζισμού ανάγκασε πολλούς εβραίους διανοούμενους και ψυχαναλυτές να εγκαταλείψουν την κεντρική Ευρώπη πριν από το Ολοκαύτωμα, επηρεάζοντας βαθιά την πνευματική ζωή πόλεων όπως το Λονδίνο, όπου κατέφυγε και ο ίδιος ο Φρόιντ. Ωστόσο, ένας λιγότερο προφανής παράγοντας ήταν η άνοδος αυταρχικών καθεστώτων. Παρότι η ψυχανάλυση γεννήθηκε σε ένα περιβάλλον επιστημονικής αναζήτησης, η δημοτικότητά της συχνά αυξανόταν σε περιόδους πολιτικής κρίσης.
Η περίπτωση της Αργεντινής αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «βρόμικης» περιόδου βίας, χιλιάδες άνθρωποι εξαφανίστηκαν ή δολοφονήθηκαν, δημιουργώντας ένα κλίμα φόβου και σιωπής. Σε αυτό το περιβάλλον, η ψυχανάλυση προσέφερε έναν τρόπο επεξεργασίας του τραύματος και της απώλειας, μετατρέποντας τη θεραπευτική συνομιλία σε πράξη αντίστασης απέναντι στην καταπίεση. Σε κοινωνίες όπου η αλήθεια λογοκρινόταν, η απλή πράξη του να μιλά κανείς ανοιχτά για τον πόνο του αποκτούσε πολιτική διάσταση.
Παρόμοια προσέγγιση υιοθέτησαν και ορισμένοι από τους πρώτους μαθητές του Φρόιντ. Διανοούμενοι όπως ο Βίλχελμ Ράιχ, ο Ότο Φένιχελ, ο Τέοντορ Αντόρνο και ο Έριχ Φρομ προσπάθησαν να συνδυάσουν την ψυχανάλυση με πολιτικές θεωρίες, επιδιώκοντας να εξηγήσουν πώς διαμορφώνονται οι αυταρχικές προσωπικότητες και γιατί οι κοινωνίες έλκονται από ολοκληρωτικές ιδεολογίες.
Στην Αλγερία, ο ψυχίατρος και στοχαστής Φραντς Φανόν αξιοποίησε ψυχαναλυτικές έννοιες για να αναλύσει την αποικιοκρατική καταπίεση και τις ψυχολογικές συνέπειες του ρατσισμού. Για πολλούς από αυτούς τους στοχαστές, η ψυχανάλυση δεν ήταν μόνο θεραπευτική πρακτική αλλά και εργαλείο πολιτικής κατανόησης.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται
Σήμερα, σύμφωνα με αρκετούς μελετητές, κάτι αντίστοιχο φαίνεται να επαναλαμβάνεται. Καθώς αυταρχικές τάσεις ενισχύονται διεθνώς, οι μεταναστευτικές κρίσεις εντείνονται και η βία μεταδίδεται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο μέσω των μέσων ενημέρωσης, η ανάγκη για βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής επανέρχεται στο προσκήνιο. Η ψυχανάλυση, με τις έννοιες του ασυνείδητου, της απώθησης, του ναρκισσισμού και της επιθυμίας, προσφέρει ένα πλαίσιο ερμηνείας της σύγχρονης εμπειρίας που πολλοί θεωρούν ότι λείπει από άλλες προσεγγίσεις.
Παράλληλα, νέες φωνές επιχειρούν να γεφυρώσουν την ψυχανάλυση με τις νευροεπιστήμες. Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι σύγχρονες μελέτες για τα όνειρα και τη λειτουργία του εγκεφάλου ενισχύουν τις αρχικές υποθέσεις του Φρόιντ για το ασυνείδητο. Άλλοι, αντίθετα, επαναφέρουν την πολιτική διάσταση της ψυχαναλυτικής σκέψης, εστιάζοντας σε ζητήματα φύλου, ταυτότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Μέσα από αυτές τις διαφορετικές κατευθύνσεις, η ψυχανάλυση επιχειρεί να επαναπροσδιοριστεί, αμφισβητώντας παλαιότερες αντιλήψεις όπως η απόλυτη ουδετερότητα του θεραπευτή ή οι στερεοτυπικές αντιλήψεις για τη σεξουαλικότητα.
Σε έναν κόσμο όπου η ταχύτητα της πληροφορίας και η εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης εμπειρίας κυριαρχούν, η ψυχανάλυση προβάλλεται από τους υποστηρικτές της ως αντίβαρο. Επιμένει στη σημασία του χρόνου, της αφήγησης και της βαθιάς σχέσης ανάμεσα στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο, σε αντίθεση με τις γρήγορες λύσεις και τη φαρμακευτική αντιμετώπιση που συχνά προτιμάται σήμερα. Ταυτόχρονα, η έμφαση που δίνει στη δημιουργικότητα και τη μοναδικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας αποκτά νέο νόημα σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη απειλεί να ομογενοποιήσει τον τρόπο σκέψης και έκφρασης.
Το αν αυτή η αναγέννηση της ψυχανάλυσης θα αποδειχθεί διαρκής παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι ιδέες του Φρόιντ βρίσκουν νέο κοινό σε μια περίοδο έντονων πολιτικών και τεχνολογικών αλλαγών δείχνει πως οι άνθρωποι συνεχίζουν να αναζητούν τρόπους κατανόησης της εσωτερικής τους ζωής πέρα από τα στενά όρια της επιστημονικής αποτελεσματικότητας. Σε μια εποχή γεμάτη αβεβαιότητα, η επιστροφή της ψυχανάλυσης ίσως αποκαλύπτει λιγότερο την αντοχή μιας θεωρίας και περισσότερο την ανάγκη των κοινωνιών να επεξεργαστούν το σκοτάδι της εποχής τους μέσα από τη γλώσσα της ψυχής.



