Οικονομία

ΤτΕ: Ένδεκα προκλήσεις για την ελληνική οικονομία το 2024

Διατηρήσιμη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, μείωση του δημόσιου χρέους, ενίσχυση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας της εργασίας, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, είναι μερικές από τις βασικές προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία το 2024. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, ένδεκα είναι οι προκλήσεις που θα έχει να αντιμετωπίσει φέτος η ελληνική οικονομία και για τις οποίες απαιτούνται συγκεκριμένες πολιτικές:

1) Διατηρήσιμη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού

Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να περιορίσουν, όπου είναι εφικτό, το περιθώριο κέρδους τους ώστε να αποφευχθεί το φαινόμενο του “πληθωρισμού κερδών”. Βραχυπρόθεσμα απαιτείται εντατικοποίηση των ελέγχων των αρμόδιων ελεγκτικών μηχανισμών και της Επιτροπής Ανταγωνισμού ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα αισχροκέρδειας και ολιγοπωλιακές πρακτικές. Μεσομακροπρόθεσμα απαιτείται η ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων, με άρση των πάσης φύσεως ρυθμιστικών εμποδίων στον ανταγωνισμό ώστε να διευκολυνθεί η είσοδος νέων επιχειρήσεων. Παράλληλα, οι μισθολογικές αυξήσεις θα πρέπει να είναι τέτοιες ώστε να καλύπτουν την απώλεια αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, χωρίς όμως να δημιουργούν ένα σπιράλ αυξήσεων μισθών-τιμών που θα οδηγήσουν και σε χειροτέρευση της ανταγωνιστικότητας. Επιπλέον, τα μέτρα στήριξης για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης θα πρέπει να αποσυρθούν, όσο οι επιπτώσεις των κρίσεων σταδιακά υποχωρούν. Σε περίπτωση που υπάρξει αναζωπύρωση της ενεργειακής κρίσης λόγω των πρόσφατων εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και κριθεί ότι χρειάζονται νέα μέτρα στήριξης, αυτά θα πρέπει να είναι προσωρινά και στοχευμένα στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

2) Επιτάχυνση της απορρόφησης και αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του ευρωπαϊκού μέσου ανάκαμψης NGEU και του ΕΣΠΑ 2021-2027

Οι πόροι αυτοί θα πρέπει να κατευθυνθούν σε οικονομικά και περιβαλλοντικά βιώσιμους τομείς υψηλής τεχνολογίας, οι οποίοι έχουν εξαγωγικό προσανατολισμό, καθώς και στη βελτίωση των υποδομών. Κάτι τέτοιο θα επιτρέψει να αντιμετωπιστεί το επενδυτικό κενό και να ενισχυθούν οι επενδύσεις που συνδέονται μεταξύ άλλων με την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση.

3) Συνέχιση και ενίσχυση των μεταρρυθμίσεων, ιδιαίτερα σε τομείς με χρόνιες δυσλειτουργίες, όπως για παράδειγμα η απονομή της δικαιοσύνης

Σημειώνεται ότι η ύπαρξη ενός αποτελεσματικού δικαστικού συστήματος το οποίο βοηθά στην επίλυση οικονομικών διαφορών και την προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας είναι καθοριστικός παράγοντας για την αύξηση των επενδύσεων και την επιτάχυνση της ανάπτυξης. Απαιτούνται δράσεις (κάποιες από τις οποίες περιλαμβάνονται στο σχέδιο Ελλάδα 2.0) που στοχεύουν στον εκσυγχρονισμό και την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, μέσω της αναβάθμισης των δεξιοτήτων των δικαστών, καθώς και των συστημάτων τήρησης αρχείων και πληροφορικής στα δικαστήρια, της υιοθέτησης νομοθεσίας για την παρακολούθηση και βελτίωση της απόδοσης των δικαστικών υπαλλήλων και την αναθεώρηση του δικαστικού χάρτη για όλους τους κλάδους της δικαιοσύνης.

4) Βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος ώστε να ενισχυθούν οι επενδύσεις και η παραγωγικότητα της εργασίας

Δράσεις προς αυτή την κατεύθυνση περιλαμβάνουν την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και τον ψηφιακό μετασχηματισμό της δημόσιας διοίκησης, αλλά και τη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης και την απλοποίηση του φορολογικού συστήματος που θα μπορούσε να ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου για τους επενδυτές και να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του επενδυτικού κενού. Παράλληλα, απαιτείται η άρση των κανονιστικών περιορισμών στην πρόσβαση και την άσκηση ορισμένων επαγγελματικών υπηρεσιών, οι οποίοι παραμένουν υψηλότεροι από ό,τι κατά μέσο όρο στην ΕΕ, η αύξηση των επιχειρηματικών δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη, οι οποίες υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, και η βελτίωση του επιπέδου ψηφιοποίησης της οικονομίας.

5) Αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής

Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής θα δημιουργήσει επιπλέον δημοσιονομικό χώρο, ικανό για μια ευρύτερη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος και την προώθηση της φορολογικής δικαιοσύνης. Μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση περιλαμβάνουν: (α) την περαιτέρω διεύρυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών με την επέκταση της χρήσης των φορητών μηχανών διενέργειας συναλλαγών (POS) σε περισσότερες οικονομικές δραστηριότητες, (β) την παροχή κινήτρων για πληρωμές μέσω χρεωστικών καρτών, αλλά και μέσω τραπεζών, (γ) την παροχή κινήτρων με τη μορφή φοροαπαλλαγών για την αποκάλυψη συναλλαγών σε κλάδους υψηλής φοροδιαφυγής, (δ) τη συνέχιση της αναβάθμισης των ηλεκτρονικών εργαλείων της ΑΑΔΕ, που διευρύνει τις δυνατότητες διαχείρισης και αξιοποίησης των πληροφοριών οι οποίες συλλέγονται μέσω των ηλεκτρονικών συναλλαγών και διευκολύνει τη διεξαγωγή αυξημένων και πιο αποτελεσματικών ελέγχων και την επιτυχή επιβολή κυρώσεων, και (ε) την προσπάθεια καλλιέργειας φορολογικής συνείδησης και φορολογικής παιδείας. Με αυτό τον τρόπο η φορολογική πολιτική μπορεί να έχει αναπτυξιακό προσανατολισμό, κατανέμοντας παράλληλα το φορολογικό βάρος πιο δίκαια και αναλογικά.

6) Μείωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ

Η επάνοδος σε πρωτογενές πλεόνασμα το 2022, καθώς και οι προβλέψεις για επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 1,1% του ΑΕΠ το 2023, παρά τις αποζημιώσεις για τις φυσικές καταστροφές που κρίθηκαν απαραίτητες, και 2,1% του ΑΕΠ το 2024, αποτελούν αναμφισβήτητα ενδείξεις δημοσιονομικής υπευθυνότητας. Ωστόσο, οι εξελίξεις αυτές δεν θα πρέπει να οδηγήσουν σε εφησυχασμό, καθώς το πρωτογενές πλεόνασμα σε κυκλικά διορθωμένους όρους υπολείπεται ακόμη του 2% του ΑΕΠ, γεγονός που σημαίνει ότι δεν δημιουργείται το απαραίτητο δημοσιονομικό απόθεμα ασφαλείας. Παρότι δεν υπάρχουν άμεσοι κίνδυνοι για το δημόσιο χρέος από την άνοδο των επιτοκίων, εξαιτίας των ευνοϊκών χαρακτηριστικών του, θα πρέπει να τονιστεί ότι αυτά δεν είναι μόνιμα. Παρέχουν μόνο ένα σημαντικό παράθυρο ευκαιρίας προκειμένου το δημόσιο χρέος να παραμείνει βιώσιμο κατά την επερχόμενη σταδιακή λήξη και αντικατάσταση των ευνοϊκών δανείων, που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο των μνημονίων, με νέο δανεισμό σε όρους αγοράς. Δύο είναι οι προϋποθέσεις προκειμένου να αξιοποιηθεί αυτό το παράθυρο ευκαιρίας. Πρώτον, η διαφύλαξη της δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Κάτι τέτοιο απαιτεί τη δημιουργία αποθεμάτων σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας, γεγονός που αποτρέπει την ανάγκη άσκησης συσταλτικής πολιτικής σε περιόδους δυσμενούς συγκυρίας με σκοπό τη διατήρηση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας. Δεύτερον, δεδομένης της υψηλής αβεβαιότητας, ο μεσοπρόθεσμος σχεδιασμός της δημοσιονομικής πολιτικής θα πρέπει να δίνει μεγάλη έμφαση στην αξιολόγηση των κινδύνων και στη δημιουργία ικανών δημοσιονομικών αποθεμάτων διαχρονικά, ώστε να υπάρχει δυνατότητα στήριξης της οικονομίας σε περιόδους κρίσης.

7) Αντιμετώπιση των προκλήσεων των φυσικών καταστροφών εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής

Η πρόσφατη εμπειρία των καταστροφικών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, και ειδικότερα στην περιοχή του ευρωπαϊκού νότου, κατέδειξε την ανάγκη πρόβλεψης ειδικών κονδυλίων για έργα προσαρμογής και για την παροχή έκτακτης βοήθειας, πέρα από τις απαραίτητες επενδύσεις για έργα μετριασμού των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα. Το αυξημένο κόστος των φυσικών καταστροφών θα πρέπει να καλύπτεται είτε από ευρωπαϊκά κονδύλια είτε από πρόσθετες πηγές εθνικών εσόδων, ώστε να μη διαταράσσεται η δημοσιονομική σταθερότητα. Παράλληλα, η συνεισφορά του ιδιωτικού τομέα στην αντιμετώπιση των κινδύνων της κλιματικής αλλαγής, μέσω της προώθησης της ιδιωτικής ασφάλισης περιουσιακών στοιχείων, κρίνεται επιβεβλημένη, καθώς ο δημόσιος τομέας δεν δύναται να αναλάβει μόνος του όλο το βάρος των αποζημιώσεων και της αποκατάστασης των υποδομών.

8) Αντιμετώπιση του προβλήματος της αναντιστοιχίας μεταξύ ζητούμενων και προσφερόμενων θέσεων εργασίας και η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό

Για να αντιμετωπιστεί η αναντιστοιχία μεταξύ ζητούμενων και προσφερόμενων θέσεων εργασίας, απαιτούνται, μεταξύ άλλων, η συνέχιση και η αναβάθμιση της τεχνικής εκπαίδευσης, η κατάρτιση των μακροχρόνια ανέργων στις νέες δεξιότητες, αλλά και η συνεχής ανάπτυξη και χρήση των δεξιοτήτων των εργαζομένων σε όλη τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Επίσης, θα πρέπει να δοθούν κίνητρα για επενδύσεις σε τομείς υψηλής τεχνολογίας, είτε μέσω συγχρηματοδοτήσεων είτε μέσω βελτιώσεων του φορολογικού πλαισίου, ώστε οι υψηλά καταρτισμένοι εργαζόμενοι να παραμένουν στη χώρα. Χρειάζεται επίσης να δημιουργηθούν μηχανισμοί για την αντιστοίχιση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Εξίσου απαραίτητες παραμένουν οι παρεμβάσεις για να ενισχυθεί το πλέγμα εναρμόνισης της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, για την ένταξη και παραμονή στην αγορά εργασίας του οικονομικά μη ενεργού πληθυσμού και κυρίως των γυναικών, που θα συντελέσει στην οικονομική ανάπτυξη και στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

9) Περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού τομέα

Η ποιότητα των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών παραμένει χαμηλή, καθώς οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTC) εξακολουθούν να αποτελούν μεγάλο μέρος των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών. Επιπλέον, οι ελληνικές τράπεζες καλούνται να αντιμετωπίσουν προκλήσεις το επόμενο διάστημα, όπως η ενδεχόμενη αύξηση του κόστους χρηματοδότησης (μεταξύ άλλων λόγω της επίπτωσης από τις εκδόσεις ομολόγων με σκοπό την κάλυψη της Ελάχιστης Απαίτησης Ιδίων Κεφαλαίων και Επιλέξιμων Υποχρεώσεων – MREL) και η ανάγκη για περαιτέρω μείωση του δείκτη ΜΕΔ στο επίπεδο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, σε ένα περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων για μακρότερο χρονικό διάστημα. Στο πλαίσιο αυτό, οι τράπεζες οφείλουν να ενισχύσουν περαιτέρω τα κεφαλαιακά τους αποθέματα αξιοποιώντας την αυξημένη κερδοφορία, η οποία διαμορφώνει ευνοϊκές συνθήκες για την εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου. Τέλος, απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση της διασύνδεσης των κινδύνων της κλιματικής αλλαγής με το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

10) Αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους που είναι εκτός τραπεζικού τομέα

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την παροχή διατηρήσιμων λύσεων ρύθμισης για τους “βιώσιμους” πιστούχους και τη ρευστοποίηση των εμπράγματων εξασφαλίσεων για τις υπόλοιπες περιπτώσεις. Εν προκειμένω, ο ρόλος των εταιριών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Η ενσωμάτωση της Οδηγίας 2021/2167, που θέτει το νέο νομοθετικό πλαίσιο των εν λόγω εταιριών διαχείρισης, αναμένεται να λειτουργήσει υποστηρικτικά, μεταξύ άλλων, σε θέματα εταιρικής διακυβέρνησης, αλλά και δίκαιης μεταχείρισης των δανειοληπτών. Στην αντιμετώπιση του προβλήματος αναμένεται να βοηθήσουν και οι βελτιώσεις στον εξωδικαστικό μηχανισμό και ιδίως η λειτουργία του φορέα απόκτησης και επαναμίσθωσης ακινήτων.

To άρθρο ΤτΕ: Ένδεκα προκλήσεις για την ελληνική οικονομία το 2024 δημοσιεύτηκε στο NewsIT .

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button