Οικονομία

Μια γρήγορη ματιά στην Οικονομία της Ευρωζώνης και της Ελλάδας του 2024 – Διεθνές περιβάλλον και εγχώριες ιδιοτυπίες 

Το 2024 είναι ήδη εδώ. Και «κουβαλάει» μαζί του την κληρονομιά του 2023.

Για την Ελλάδα, αν κανείς θέλει να διακινδυνεύσει κάποιες προβλέψεις και ταυτόχρονα να είναι ειλικρινής – με τον εαυτό του – πρέπει να παραδεχθεί πως οι «ημέρες» του 2024 καθορίζονται με ένα σύνθετο τρόπο τόσο από το διεθνές περιβάλλον όσο και από τις εγχώριες «ιδιοτυπίες».

Και το σημαντικό σ’ αυτή την σχέση είναι το διεθνές περιβάλλον.

Όχι οι εγχώριες ιδιοτυπίες, παρά το γεγονός ότι έχουν κι αυτές την σημασία τους, ειδικά για την Ελλάδα.

Αυτή η «σχέση» ήταν πάντα και παραμένει χαραγμένη στο DNA της καθυστερημένης συγκρότησης του εγχώριου καπιταλισμού, παρά τις απόπειρες υπέρβασής της, που έγιναν με την ενσωμάτωση στην Ευρωζώνη και το ευρώ.

Μετά από όλα αυτά μια ματιά στο διεθνές περιβάλλον.

Το περιβάλλον της Ευρωζώνης στο επίπεδο της Οικονομίας δεν φαίνεται ιδιαίτερα …ρόδινο. Τα τελευταία στοιχεία του ευρωπαϊκού δείκτη μεταποίησης δείχνουν μια σταθερή επιδείνωση (PMI, Purchasing Managers Index) στο τέταρτο τρίμηνο του 2023, με τον δείκτη να μένει κοντά στις 44,4 μονάδες, ήτοι κάτω από τις 50 μονάδες για δύο συνεχόμενα τρίμηνα.

Με άλλα λόγια ο «ορισμός» της ύφεσης στην βιομηχανική καρδιά της Ευρωζώνης.

Στο επίπεδο της Νομισματικής Πολιτικής που ορίζει τον όγκο και το κόστος της διαθέσιμης ρευστότητας στην Οικονομία η κατάσταση έχει σε γενικές γραμμές ως ακολούθως. Μετά από μία δραματική απότομη αύξηση των επιτοκίων όσο αφορά το «κόστος» του χρήματος, ναι μεν δεν προδιαγράφεται αύξησή του του, αλλά και η ενδεχόμενη μείωσή του θα είναι αργή και σε καμία περίπτωση ταχεία όπως η άνοδός της.

Όσο αφορά τον «όγκο» της διαθέσιμης ρευστότητας η κατάσταση θα συνεχίσει να επιδεινώνεται ραγδαία καθώς η ΕΚΤ έχει δρομολογήσει την μείωσή της με την απόσυρση των τεράστιων χρηματοδοτικών εργαλείων χρηματοδότησης του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους (APP και PEPP).

Ο «όγκος» ρευστότητας προς απόσυρση είναι 1,7 τρις ευρώ.

Από μόνο της μια τέτοια άμπωτη ρευστότητας μοιάζει τρομακτική για τις συνέπειές της, με τα δεδομένα του όγκου του χρέους που πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί, χωρίς πλέον την στήριξη της ΕΚΤ το 2024 και 2025…

Όσον αφορά το «Θεσμικό» δημοσιονομικό πλαίσιο στην Ευρωζώνη, από την 1/1/2024 αρχίζει να μπαίνει σε ισχύ σταδιακά (τρία χρόνια) το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο, που επαναφέρει τους στόχους μείωσης του χρέους και των ελλειμμάτων.

Αναμφίβολα οι στόχοι και η μεταβατική περίοδο «μαλακώνουν» κάπως τις συνέπειες αυτής της επιστροφής στην δημοσιονομική «πειθαρχία». Αλλά κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει ότι ο στόχος για το έλλειμμα έχει κατέβει πλέον από το 3% στο 1,5% του ΑΕΠ προκειμένου να στηριχθεί από την πλευρά δαπανών/εσόδων η μείωση κατά 1% ετησίως του χρέους (για τις υπερχρεωμένες χώρες).

Αν συνδυάσει κανείς τις συνέπειες της νομισματικής πολιτικής και του νέου θεσμικού πλαισίου της δημοσιονομικής πολιτικής από 1.1.2024 στο περιβάλλον μιας οικονομίας σε ύφεση, οι προβλέψεις που μπορεί να κάνει δεν είναι ιδιαίτερα …ρόδινες.

Πολύ περισσότερο όταν επιβαρύνονται από δύο επιπλέον παράγοντες με πρώτο τις γεωπολιτικές αναταράξεις που «αγγίζουν» την Ευρωζώνη στο πλέον ευαίσθητο σημείο της, την ενεργειακή της ανεπάρκεια.

Και δεύτερο παράγοντα τον πληθωρισμό, που «φαίνεται» σταθερά να «πέφτει», αλλά μόνο επειδή έκλεισε ένας χρόνος από την κορύφωσή του. Η σύγκριση των αυξήσεων του πληθωρισμού γίνεται πλέον με τις τιμές που είχαν φτάσει ήδη στα ύψη και όχι προφανώς με εκείνες προ τής κατακόρυφης αύξησης του.

Που σημαίνει ότι ακόμα και η «μικρή» αύξηση του πληθωρισμού είναι μία αύξηση που προστίθεται στις ήδη πανάκριβες τιμές προϊόντων και υπηρεσιών του 2022…

Η μείωση των τιμών δεν είναι προβλέψιμη προοπτική για το 2024, ενώ είναι ανοικτό το ενδεχόμενο – παρά τα υψηλά επιτόκια – μιας αναθέρμανσης των αυξήσεων του πληθωρισμού αν η ενεργειακή κρίση επεκταθεί λόγω του πολέμου.

Οι εγχώριες ιδιοτυπίες στην οικονομία

Όσον αφορά τις εγχώριες «συνιστώσες» της συνολικής πορείας της Οικονομίας στην Ελλάδα, πέρα από το καθοριστικό ευρωπαϊκό περιβάλλον, σε ότι αφορά το δημοσιονομικό περιβάλλον, υπάρχουν «νέα».

Αυτά καθορίζονται από το γεγονός ότι το 2024 – 2025 είναι η διετία στην οποία αρχίζουν να αντιμετωπίζονται τα «απόνερα» των μνημονιακών δεσμεύσεων της αναδιάρθρωσης του δημόσιου και ιδιωτικού (τραπεζικού) χρέους.

Όπως «αποκαλύφθηκε» στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής του 2023, στο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συμφώνου Σταθερότητας στα «απόνερα» της αναδιάρθρωσης του χρέους εντάσσεται και η «εμφάνιση» μιας αναβαλλόμενης οφειλής 25 δις ευρώ (περίπου 12,5% του ΑΕΠ).

Αυτή αφορά στους τόκους των δανείων που τρέχουν από το GLF και τον EFSF (τα δάνεια που συνόδευαν το πρώτο και δεύτερο μνημόνιο) και των οποίων η πληρωμή είχε ανασταλεί μέχρι το 2032 (περίοδος χάριτος).

Στην τελευταία αποτύπωση της αναδιάρθρωσης του χρέους τον Ιούνιο του 2018 είχε προβλεφθεί ότι η Ελλάδα και οι δανειστές της συμφωνούν πως το 2032 θα επανεξετασθεί η κατάσταση του χρέους και θα κριθεί αν πρέπει να υπάρξει κάποια εκ νέου μνημονιακή ρύθμιση αν αυτό κριθεί μη βιώσιμο με τις δυνατότητες της οικονομίας της χώρας.

Τα Οικονοκλαστικά είχαν αναφερθεί στο θέμα αυτό πριν τεθεί στην συζήτηση της Συνόδου Κορυφής και είχαν επισημανθεί οι συνέπειές του.

Η συζήτηση στην Σύνοδο Κορυφής κατέληξε στο ότι το ποσό αυτό θα προστεθεί μεν το 2032 στο χρέος, αλλά δεν θα επηρεάσει η επιβάρυνση αυτή τον χαρακτηρισμό της βιωσιμότητάς του.

Με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί (από τις αγορές) και να αποπληρωθεί.

Αυτό σημαίνει ότι η οικονομία μέχρι τότε θα πρέπει να έχει μαζέψει αυτά τα χρήματα προφανώς μέσα από πλεονάσματα πέραν από εκείνα που προβλέπει το Σύμφωνο Σταθερότητας για να μπορεί να ανταποκριθεί στις πληρωμές ή να προσθέσει το συγκεκριμένο ποσό στο χρέος της αυξάνοντάς το απότομα κατά 25 δις ευρώ.

Με αυτά τα δεδομένα, εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο στον ΟΔΔΗΧ έχει αρχίσει μια τιτάνια προσπάθεια σχεδιασμού ενεργού διαχείρισης του χρέους έτσι ώστε στο διάστημα των επόμενων ετών να προεξοφληθεί η οφειλή αυτή πριν φτάσουμε στο 2032.

Και ο σχεδιασμός αυτός βέβαια σημαίνει ότι από τώρα μέχρι τότε πέραν της εξοικονόμησης που επιτυγχάνει η ενεργός διαχείρισης του ΟΔΔΗΧ θα πρέπει να υπάρξει εξοικονόμηση πόρων που θα προκύψει από «πλεονάσματα» που θα προστίθενται στα άλλα που θα απαιτεί το Σύμφωνο Σταθερότητας.

Εξ ου και η ήδη ανακοινωθείσα διαδικασία για μεγάλες προεξοφλήσεις χρέους τα επόμενα χρόνια.

Αν κατά συνέπεια τοποθετήσει κανείς τις δημοσιονομικές συνέπειες αυτής της περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής, που απαιτεί αυτή η διαδικασία «προεξόφλησης» χρέους, μέσα στα επόμενα 8 χρόνια, στο ευρωπαϊκό τους περιβάλλον, γίνεται φανερό ότι ο συνδυασμός του, δεν παράγει μια ιδιαίτερα …ρόδινη οικονομική προοπτική για το 2024-25.

Βέβαια σ’ αυτό το «περιβάλλον» υπάρχει το πλέγμα χρηματοδοτήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ, σαν μοναδική «φθηνή» χρηματοδοτική πηγή για την οικονομία.

Αλλά αυτό έτσι κι αλλιώς δεν αφορά την οικονομία σαν σύνολο…

To άρθρο Μια γρήγορη ματιά στην Οικονομία της Ευρωζώνης και της Ελλάδας του 2024 – Διεθνές περιβάλλον και εγχώριες ιδιοτυπίες  δημοσιεύτηκε στο NewsIT .

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button